Προτεινόμενη Παραπομπή: Ολυμπία Γαϊτανίδη*, Άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων: κριτική σε προβληματικά σημεία της κρατούσας νομολογίας και του ν.4800/2021' (2021)14(2) De Jure Journal 164.

Διαθέσιμο και στο https://www.dejurejournal.com/journals

**LL.B (cand) AUTh. Email: [email protected]

Πηγή εικόνας: Shutterstock.com

Ι. Εισαγωγή

Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτελούν οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο και δη στο κεφάλαιο των σχέσεων γονέων και τέκνων, ιδίως αναφορικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων. Ο ν. 4800/2021[1]εισάγει διερωτήσεις και έντονο προβληματισμό, θέτοντας όπως θα αποδειχθεί και εν συνεχεία υπό αναπραγμάτευση την ίδια τη λογική του οικογενειακού δικαίου της Ελλάδας.

Οι σύγχρονες κοινωνιολογικές μεταβολές και αναδιαμορφώσεις στο πεδίο της οικογένειας διαμόρφωσαν ένα δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο χαρακτηρολογικό άξονα του οικογενειακού τοπίου. Κύρια χαρακτηριστικά αυτού, αποτελούν η ρευστοποίηση του βασισμένου στο ετεροκανονικό πρότυπο μοντέλου της πυρηνικής οικογένειας και η πολλαπλότητα των οικογενειακών συγκροτήσεων.[2]Ταυτόχρονα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, έχουν αναπτυχθεί τάσεις και κινήματα που αιτούνται, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 και εξής (δηλαδή μετά την κατάργηση της πατρικής εξουσίας και την αντικατάστασή της από τη γονική μέριμνα, με καθιέρωση της ισότητας στις οικογενειακές σχέσεις) νέες μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο.[3] Τόσο στη χώρα μας όσο και σε χώρες του εξωτερικού έχουν εμφανιστεί οργανωμένες ομάδες ατόμων που διεκδικούν την ικανοποίηση σειράς αιτημάτων με επίκεντρο τη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και


[1] Ν 4800/2021 ΦΕΚ 81/Α/21-5-2021 Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις.

[2] Μουσούρου Μ. Λουκία, Οικογένεια και οικογενειακή πολιτική(Εκδόσεις Gutenberg, Απρίλιος 2005)

[3] Βλ.ενδεικτικά Flood Michael ‘‘Separated Fathers and the ‘Fathers’ Rights’ Movement’’ (2012) Journal of Family Studies, 18, p.235-245

τέκνων μετά τη διάσπαση της συζυγικής συμβίωσης. Στον πυρήνα αυτών των διεκδικήσεων βρίσκεται η άσκηση της γονικής μέριμνας, στην σπουδαιότερη κατά πολλούς έκφανσή της, στην ανάθεση της επιμέλειας, υπό το πρίσμα όμως της προαγωγής της ισότητας μεταξύ των γονέων κατά την ρύθμιση της άσκησης και της χρονικής και λειτουργικής κατανομής της ή ακριβέστερα, υπό το πρίσμα της βελτίωσης της θέσεως του πατέρα.

Στο παρόν επιχειρείται μια κριτική αποτίμηση του πολυσυζητημένου καθεστώτος άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων, όπως διαμορφώνεται μετά τον πρόσφατο ν. 4800/2021. Η παρούσα ανάλυση εκτείνεται σε δύο επίπεδα: κατά πρώτο λόγο, αναλύεται το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και η κρατούσα δικαστηριακή πρακτική, με έμφαση στα κριτήρια που η νομολογία αξιοποιεί μέχρι σήμερα για την εξειδίκευση της κατευθυντήριας αρχής του συμφέροντος του τέκνου και ιδίως το κριτήριο περί βιοκοινωνικής υπεροχής της μητέρας κατά τη νηπιακή ηλικία. Ακολουθεί εξέταση των βασικότερων ζητημάτων που ανακύπτουν από τις ρυθμίσεις του Ν. 4800/2021. Στόχος της ανάλυσης είναι η αποτύπωση, από την οπτική της γράφουσας, των κυριότερων επιστημολογικών, μεθοδολογικών και κοινωνιολογικών προκείμενων που πλαισιώνουν τις ρυθμίσεις του νέου νόμου.

Μέσα από τη μελέτη, αναδύεται η αυθαίρετη ενσωμάτωση εξωδικαιικών πορισμάτων και οι ιδεολογικές κατασκευές που λανθάνουν πίσω από την κρατούσα νομολογία αλλά και τις πρόσφατες τροποποιήσεις που εισήχθησαν. Καταδεικνύεται επίσης ο τρόπος με τον οποίο το νέο καθεστώς άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων αποτυγχάνει να προσεγγίσει επαρκώς τις σύγχρονες ανανοηματοδοτήσεις των έμφυλων ρόλων στο πλαίσιο της σχεσιακής δυναμικής της οικογένειας, δίχως να λαμβάνει υπόψη τη βιωμένη εμπειρία των υποκειμένων της.

II. Η ισχύουσα προ του ν. 4800/2021 ρύθμιση

Η γονική μέριμνα συνιστά σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ «καθήκον και δικαίωμα» των γονέων, ήτοι δικαίωμα[1]λειτουργικό, καθόσον η άσκησή της αποβλέπει πρωτίστως στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 1511 παρ. 1 σύμφωνα με το οποίο «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου». Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512 - 1514  και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Η επιμέλεια δε, όπως προκύπτει, συγκροτεί μέρος και υποδιαίρεση της γονικής μέριμνας και εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του.[2]Κατά την κρατούσα σε θεωρία και νομολογία γνώμη, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της συζυγικής συμβίωσης, όταν δηλαδή έχει εμφιλοχωρήσει διαζύγιο των γονέων ή ακύρωση του γάμου τους ή διάσπαση της (έγγαμης ή υπό σύμφωνο) συμβίωσης ή λύση του συμφώνου συμβίωσης, φορείς της γονικής μέριμνας εξακολουθούν να είναι και οι δύο γονείς[3], η άσκηση όμως αυτής ρυθμίζεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τις 1513 – 1514 ΑΚ. Κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί σύμφωνα με τη νομολογία, στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια «ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα».

III. Η αόριστη νομική έννοια του συμφέροντος του τέκνου και τα κριτήρια νομολογιακής εξειδίκευσης

Το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο. Το περιεχόμενο της έννοιας διακρίνεται συνεπώς από πλαστικότητα και προκρίνεται σε κάθε επιμέρους περίπτωση η ορθή λύση, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Για αυτό και η κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν το συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται σε συγκεκριμένη κριθείσα περίπτωση, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.[4]Το συμφέρον του τέκνου προστατεύεται και µε υπερεθνικούς κανόνες, όπως είναι τα άρθρα 3 και 9 της Διεθνούς Σύµβασης για τα Δικαιώµατα του Παιδιού, που κυρώθηκε µε τον ν. 2101/1992, το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αλλά και το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ε.Ε., στην παράγραφο 2 του οποίου γίνεται αναφορά στο «υπέρτατο συµφέρον του παιδιού».[5]

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονταν μέχρι πρότινος από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή ή τη δικάστρια καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους (άρθρο 1511 παρ. 2).[6]Η μικρή ηλικία και το φύλο του ανηλίκου τέκνου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τη νομολογία, κυρίαρχο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή στον άλλο γονέα, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής «βιοκοινωνική υπεροχή» στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Ουσιώδους σημασίας είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του. Ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του λαμβάνεται υπόψη υπό την προϋπόθεση ότι έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.[7] Εκτός από την ηλικία και τους δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τα αδέλφια του, άλλα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ενδεικτικά: η προσωπικότητα και η καταλληλόλητα κάθε γονέα,οι συνθήκες διαβίωσης και η οικονομική κατάσταση αυτών, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου κ.α. Στη δικαστική κρίση επομένως καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και οι συνθήκες κάθε περίπτωσης, να καταλήξει στην προσήκουσα ρύθμιση που θα εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου.[8]

1. Προκλήσεις διεπιστημονικότητας κατά την εξειδίκευση του συμφέροντος του τέκνου

Όπως γίνεται αντιληπτό, η νομολογία εν προκειμένω αντλεί από πολλούς εξωδικαιικούς επιστημονικούς κλάδους, ενσωματώνοντας ψυχοκοινωνικές αξιολογήσεις.[9]Στο μέτρο που η επιστήμη του δικαίου σε οποιοδήποτε επίπεδό της τέμνεται με άλλους, εξωδικαιικούς κλάδους, εγείρονται ορισμένοι προβληματισμοί. Το πρώτο πρόβλημα είναι δομικό και εντοπίζεται στις αντιστάσεις που έχει αναπτύξει η νομική επιστήμη και το δικαιικό οικοδόμημα (ιδίως στις χώρες του Civil Law, όπως η Ελλάδα όπου η νομική επιστήμη προσλαμβάνει έντονα δογματικό χαρακτήρα, σε αντιπαραβολή με τις χώρες του κοινοδικαίου) μπροστά στην προώθηση της διεπιστημονικότητας,[10] με αξιοποίηση των μεθοδολογικών εργαλείων άλλων επιστημών και των πορισμάτων τους, κατά τρόπο συστηματικό. Παρά τις επικρατούσες στη χώρα μας θετικιστικές παραδοχές[11]και την καχυποψία απέναντι στη θεμελίωση μιας γόνιμης διαλεκτικής σχέσης με άλλες επιστήμες, ο νομικός σωβινισμός και η θέαση της νομικής επιστήμης ως αυτοδύναμης και αυτόφωτης, την απομονώνει από την κοινωνία και καθιστά το δίκαιο ανίκανο να υπηρετήσει με επάρκεια τις κοινωνικές ανάγκες.[12]

Το δεύτερο πρόβλημα είναι επιστημολογικό και σχετίζεται με τη διασφάλιση της εγκυρότητας των πορισμάτων άλλων επιστημονικών κλάδων, όταν αυτά εν τέλει αξιοποιούνται και όταν στη βάση τους θεμελιώνονται νομοθετικές διατάξεις και δικαστικές κρίσεις.[13]Αντικείμενο προβληματισμού αποτελεί η απουσία εγγυήσεων – ελλείψει μάλιστα μιας συνεπούς σε γενικές κατευθυντήριες αρχές, διεπιστημονικής προσέγγισης – σχετικά με την ακρίβεια και αυθεντικότητα των επιστημονικών  δεδομένων (για παράδειγμα, ελλοχεύει ο κίνδυνος τα σχετικά συμπεράσματα να εξήχθησαν με βάση ένα μικρό ή μη αντιπροσωπευτικό δείγμα έρευνας). Τα παραπάνω προβλήματα διαπλέκονται με μεγαλύτερη συνθετική ένταση στους κλάδους δικαίου που βρίσκονται σε εγγύτερη προς την κοινωνία θέση, ανάμεσα στους οποίους το Οικογενειακό Δίκαιο μάλλον κατέχει την πρωτοκαθεδρία.[14]

Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής, πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν ασκώντας κριτική, στα κριτήρια που η νομολογία ως τώρα εφαρμόζει για την εξειδίκευση της έννοιας του συμφέροντος του τέκνου και την ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Ωστόσο για τις ανάγκες αυτής της μελέτης θα σταθούμε στο αναχρονιστικό κριτήριο που κάνει λόγο για «βιοκοινωνική υπεροχή» της μητέρας κατά τη νηπιακή ηλικία με επίκληση μάλιστα «νεότερων ιατρικών, παιδαγωγικών και ψυχολογικών ερευνών», οι οποίες παραμένουν όμως άγνωστες και απροσδιόριστες. Στο σημείο αυτό, εντοπίζεται μια περιχαράκωση της δικαιοδοτικής κρίσης από αόριστα εξωδικαιικά ερευνητικά πορίσματα που δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια και δεν προβάλλονται ως προς αυτά επαρκείς εγγυήσεις εγκυρότητας.

2. Το κριτήριο της «βιοκοινωνικής υπεροχής» της μητέρας κατά τη νηπιακή ηλικία ως δικαιολογητικός λόγος της μεταρρύθμισης

Η εφαρμογή αυτού του κριτηρίου από την νομολογία έχει οδηγήσει κατά πολλούς[15]σε μια αβασάνιστη ανάθεση από το Δικαστήριο της επιμέλειας αποκλειστικά στη μητέρα, η οποία και εκλαμβάνεται ως μεροληψία της έδρας σε βάρος του πατέρα του τέκνου, εγείροντας ζητήματα παραβίασης της αρχής της ισότητας των γονέων. Σύμφωνα με τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν, με την επίκληση συχνά αμφιβόλου (με βάση τις κοινώς παραδεδεγμένες αρχές ερευνητικής μεθοδολογίας και δεοντολογίας) επιστημονικής ποιότητας και εγκυρότητας ερευνών[16]η πάγια τάση των ελληνικών δικαστηρίων είναι σε περίπτωση διαφωνίας για την άσκηση της γονικής μέριμνας να την αναθέτουν στη μητέρα, ανεξαρτήτως μάλιστα της ηλικίας των παιδιών, πρακτική που αποτέλεσε τον βασικότερο ίσως από τους «νομιμοποιητικούς» λόγους της νέας ρύθμισης.

Κριτήρια όπως αυτό της «βιοκοινωνικής υπεροχής» της μητέρας, συγκροτούν πράγματι συχνά μια πλημμελή αιτιολογία των αποφάσεων για ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα, όχι μόνο επειδή δεν εδράζεται η αιτιολογία αυτή σε συγκεκριμενοποιημένα επιστημονικά δεδομένα, αλλά και διότι με αναγωγή στα πορίσματα άλλων επιστημών, διαπιστώνουμε πως αυτή η παραδοχή για βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας κατά τη νηπιακή ηλικία, δηλαδή και κατά το στάδιο μετά το θηλασμό, έχει απορριφθεί.[17]Απηχεί το εν λόγω κριτήριο μια βιολογίζουσα κατανόηση περί φύλου και έμφυλων ρόλων και καταλήγει να επεκτείνει την υπεροχή της μητέρας και στο μετά τον θηλασμό στάδιο, με αοριστολογικές μάλιστα παραπομπές σε έρευνες και επιστημονικά δεδομένα που ουδέποτε συγκεκριμενοποιούνται. Η αξιοποίηση του κριτηρίου αυτού από τη νομολογία θα μπορούσε να ειπωθεί ότι απηχεί μια κυρίαρχη αντίληψη για τη μητρότητα, την ίδια που παλαιότερα έθετε εμπόδια στη δημιουργία των προϋποθέσεων απεγκλωβισμού των γυναικών από τον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και σήμερα θέτει εμπόδια στον απεγκλωβισμό από τους έμφυλους ρόλους που αυτός ο χώρος (ανα)παράγει.[18]Είναι επίσης ενδεικτικό το κριτήριο αυτό, της θέσης που εν γένει επιφυλάσσει το Δίκαιο στη μητρότητα, η οποία τυγχάνει ιδιαίτερης προστασίας και στο Σύνταγμα (άρθρο 21, παρ. 1 εδ. α’ Συντ.) κατά τρόπο που την καθιστά αντιληπτή ως φυσικό προορισμό και εγγενές γνώρισμα της γυναίκας και τη διακρίνει σαφώς από την πατρότητα.

Οι ως άνω ιδεολογικές και ηθικολογικές αντιλήψεις όμως που ενυπάρχουν στο δικαιικό συγκείμενο, είναι βαθιά ριζωμένες και στην ελληνική κοινωνία και συνεπάγονται πλήθος συνεπειών στο πρακτικό πεδίο. Μια ανάγνωση του ζητήματος, που θέλει την ανάθεση της επιμέλειας κατά κανόνα στη μητέρα να ερείδεται αποκλειστικά σε παραδοχές σε δεοντολογικό επίπεδο – που αναμφισβήτητα υπάρχουν – παραγνωρίζει όλους εκείνους τους παράγοντες που σχετίζονται και πάλι με τους έμφυλους ρόλους που τα υποκείμενα επιτελούν εντός του οικογενειακού πλαισίου και αποτελούν την υλική, ενσώματη αποτύπωση των ως άνω ιδεολογικών πεποιθήσεων.

Για παράδειγμα οι γυναίκες, ως πρωταρχικοί ακόμα φορείς φροντίδας στην ελληνική κοινωνία[19], στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ασκούν σχεδόν αποκλειστικά τα φροντιστικά καθήκοντα και επιφορτίζονται με όλες τις καθημερινές φροντίδες για το παιδί κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των γονέων, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τους ιδιαίτερους δεσμούς που αναπτύσσονται μεταξύ μητέρας και παιδιού,[20]γεγονός που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη τη δικανική κρίση κατά την επίλυση των σχετικών δικαιοδοτικών διαφορών. Σαφώς σταδιακά ενισχύεται η συμμετοχή του πατέρα στην ανατροφή των παιδιών[21]χωρίς ωστόσο να έχουν αποδομηθεί ακόμα οι ιεραρχικές σχέσεις εντός της οικογένειας και η κατανομή έμφυλων ρόλων που αυτές συνεπάγονται.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πέρα από το εν λόγω κριτήριο, και πλήθος άλλων κριτηρίων που εκτείνονται πέρα από το ρόλο της μητέρας στη ζωή και τη ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός, ότι σύμφωνα με στατιστική έρευνα της νομολογίας του Πρωτοδικείου Αθηνών του έτους 2007[22], μόνο το 9% των πατέρων ζήτησαν να αναλάβουν την επιμέλεια των τέκνων τους. Η απροθυμία αυτή δεν μπορεί να οφείλεται, όπως έχει συχνά λεχθεί[23], αποκλειστικά και μόνο στη συμμόρφωση των πατέρων με την κρατούσα δικαστηριακή πρακτική της κατά κανόνα ανάθεσης επιμέλειας στη μητέρα. Μια τέτοια ερμηνεία χαρακτηρίζεται με βάση όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ως απλουστευτική. Από αυτές τις περιπτώσεις μάλιστα, κατά 7% η άσκηση της επιμέλειας ανατέθηκε πράγματι στον πατέρα, ποσοστό αρκετά υψηλό.

Όλα τα παραπάνω εγείρουν το ιδιαίτερα πολυσχιδές ζήτημα των ορίων του δικαίου ως παράγοντα κοινωνικής αλλαγής. Κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι αν μια οριζοντίως επιβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση θα κατορθώσει να ωθήσει στην αποδόμηση και την ανακατασκευή των πραγματικών καταστάσεων και των έμφυλων ρόλων στο πλαίσιο της οικογένειας. Στο ερώτημα αυτό θα επανέλθουμε εν συνεχεία, εξετάζοντας το περιεχόμενο της νέας ρύθμισης.

IV. Ο Ν. 4800/2021 και τα βασικότερα ζητήματα που εγείρει

Όσον αφορά τις ρυθμίσεις του νέου νόμου, αυτές εγείρουν ορισμένα ζητήματα που πλαισιώνονται από διάφορες μεθοδολογικές, επιστημολογικές και κοινωνιολογικές προκείμενες. Τα κυριότερα, κατά την άποψη της γράφουσας, εξ αυτών των ζητημάτων θα επιχειρηθεί να εξεταστούν κατωτέρω, με βάση ιδίως τροποποιήσεις που επέφερε το νέο νομοθέτημα στα άρθρα 1511, 1513, 1520 και 1532 ΑΚ.

1. Η νομοθετική οριοθέτηση της έννοιας του συμφέροντος του τέκνου και η μετατόπιση του κέντρου βάρους της νομοθετικής στόχευσης στις επιδιώξεις των γονέων

Ξεκινώντας από το άρθρο 1511 ΑΚ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Άσκηση – ανάθεση γονικής μέριμνας κατά το συμφέρον του τέκνου», αξίζει πρώτα από όλα να σταθούμε στο γεγονός πως στο νέο άρθρο αναφέρεται έξι φορές η λέξη «γονέας», περισσότερες μάλιστα σε σχέση με τη λέξη «τέκνο». Ενδιαφέρει η διατύπωση, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο νομοθετικός κανόνας εκφέρεται, λόγω των ιδεολογικών εγχαράξεων που επιπολάζουν στη λεκτική εκφορά της νομοθετικής διάταξης. Η επαναλαμβανόμενη αναφορά στους γονείς του τέκνου, αποτελεί μία ένδειξη της μετατόπισης του κέντρου βάρους από το τέκνο και το συμφέρον αυτού, στους γονείς και δη, όπως προκύπτει από το ουσιαστικό περιεχόμενο της νέας ρύθμισης, στο συμφέρον και τις επιδιώξεις του γονέα που θα διεκδικούσε, υπό το προηγούμενο της τροποποίησης καθεστώς, την από κοινού άσκηση της επιμέλειας.

Στο ίδιο συμπέρασμα ωθεί και το ουσιαστικό περιεχόμενο των νέων ρυθμίσεων. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται πως η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της, πρέπει να αποβλέπει στο «βέλτιστο συμφέρον»[24]του τέκνου που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς (ΑΚ 1511 παρ. 2 εδ. α’).  Η ως άνω διάταξη, προβαίνει σε μια νομοθετική οριοθέτηση της έννοιας του συμφέροντος του τέκνου, η οποία όμως ως αόριστη νομική έννοια οφείλει να υπάγεται στη δικαστική κρίση προς εξειδίκευση, με βάση τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε επιμέρους κρινόμενης περίπτωσης.

Εκτός από τον από μεθοδολογικής άποψης ανεπίτρεπτο περιορισμό της δικαστικής κρίσης, εδώ υποφώσκουν δύο προκατανοήσεις του νομοθέτη, οι οποίες διαπνέουν το σύνολο του νέου νόμου∙ αφενός η διάταξη απηχεί μια προειλημμένη αντίληψη περί του συμφέροντος του παιδιού, ορίζοντας πως άνευ ετέρου το τελευταίο εξυπηρετείται ιδίως από την «ενεργό παρουσία» και την «ουσιαστική συμμετοχή» και των δύο γονέων, γεγονός που όπως καθίσταται αντιληπτό δεν ισχύει σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Αφετέρου τόσο η συγκεκριμένη διάταξη, όσο και άλλες διατάξεις του νόμου έχουν ερείσματα στην αμφιλεγόμενη θεωρία του «Συνδρόμου Γονικής Αποξένωσης». Το σύνδρομο δεν αναφέρεται ρητά στον νόμο, αναφορά σε αυτό γίνεται ωστόσο στην έκθεση ανάλυσης συνεπειών της ρύθμισης. Σύμφωνα με την τελευταία, οι ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Β’ του νέου νόμου καθιερώνονται «προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο της γονεϊκής αποξένωσης», καθίσταται για το λόγο αυτό επιτακτική η συνοπτική ανάλυσή του – η οποία και θα ακολουθήσει σε επόμενη υποενότητα.

Μια τέτοια αντίληψη για το συμφέρον του τέκνου, την οποία απηχεί η ως άνω διάταξη, δε λαμβάνει υπόψη την ανεξάντλητη πληθώρα πραγματολογικών πλαισίων εντός των οποίων το τέκνο μπορεί να διαβιεί και να ανατρέφεται, βάλλοντας εμμέσως κατά διάφορων μη συμβατικών οικογενειακών συγκροτήσεων (π.χ. μονογονεϊκές οικογένειες). Αγνοεί δηλαδή τις περιπτώσεις στις οποίες η θεμελιώδης για το παιδί «διαδικασία της τριαδοποίησης» μπορεί  να συντελεστεί με τη συμβολή ενός άλλου προσώπου, που δεν είναι κατ’ ανάγκη ο/η γονέας, γεννήτορας ή μη[25]ιδίως όταν ο τελευταίος κρίνεται ακατάλληλος να ασκήσει το γονεϊκό λειτούργημα.

Αξίζει να εξεταστεί επίσης η διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ, η οποία ορίζει πως η απόφαση του δικαστηρίου οφείλει να συνεκτιμά παράγοντες όπως η πρόθεση του γονέα να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου γονέα, η συμπεριφορά του κατά το προηγούμενο διάστημα και η συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα αναφορικά με το τέκνο. Τα στοιχεία αυτά που ενδεικτικά απαριθμώνται, πέρα από την ανελαστικότητα που τα διακρίνει και τον κίνδυνο να εισαχθεί μέσω αυτών η υπαιτιότητα στις σχέσεις των πρώην συζύγων ως κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου,[26]είναι επίσης ενδεικτικά της μετατόπισης του κέντρου βάρους της νομοθετικής στόχευσης. Συνδέοντας με τη συμπεριφορά εκάστου γονέα απέναντι στον άλλο, τη γονική μέριμνα και τις επιμέρους εκφάνσεις της, τις αναγάγουν σε «επιβράβευση» – ή αντίστοιχα την αποστέρησή τους από τον γονέα σε τιμωρητική συνέπεια – αυτής της συμπεριφοράς. Κι αυτό όχι στο μέτρο που η όποια συμπεριφορά επηρεάζει το τέκνο, έχοντας επίδραση στην άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον του, αλλά στο μέτρο που θίγει τα δικαιώματα του έτερου γονέα.

Ακόμα μία ένδειξη της μετατόπισης του κέντρου βάρους εντοπίζουμε στο άρθρο 1520 ΑΚ, όπου καθιερώνεται ελάχιστος χρόνος επικοινωνίας με το τέκνο του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, μάλιστα κατά «τεκμήριο»[27]στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου επικοινωνίας. Πέρα από τα υπόλοιπα προβλήματα της διάταξης (προβλήματα υπολογισμού του χρόνου επικοινωνίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αυτονομίας της βούλησης του παιδιού και του δικαιώματος στην προσωπικότητά του κ.α.), παρέχεται εκ του νόμου δυνατότητα στον γονέα να ζητήσει μικρότερο χρόνο επικοινωνίας (άρθρο 1520 παρ. 1 εδ. γ’). Εμφανίζεται εδώ η τόσο εκτεταμένη επικοινωνία περισσότερο ως δικαίωμα του γονέα παρά ως ενδεχόμενη υποχρέωση προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου. Πρόκειται για μία ακόμα αντινομία του νέου νόμου, δεδομένης της – κατά την κρατούσα γνώμη – νομικής φύσης του δικαιώματος στην επικοινωνία ως λειτουργικού δικαιώματος[28] όπως αυτή αποτυπώνεται και στο νέο εδάφιο α’ της παρ. 1 του άρθρου 1520 Α.Κ., με συνέπεια να μη χωρεί μερική παραίτηση από αυτό.

Ενδεικτική τέλος της νομοθετικής στόχευσης, είναι η εσωτερική αντίφαση που εντοπίζεται στο άρθρο 1532 ΑΚ, όπου καθιερώνονται ισχυρές ενδείξεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, ώστε να δύναται το Δικαστήριο ευχερώς να προβαίνει στην ανάθεση, κατανομή ή αφαίρεσή της. Μεταξύ άλλων κριτήριων, γίνεται αναφορά στο εδάφιο β’ της παρ. 2 στη «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και την με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς», στοιχείο που όπως γίνεται αντιληπτό ενέχει ερμηνευτικές δυσκολίες και αποδεικτικές δυσχέρειες, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να αμφισβητηθούν τα όρια της υποκειμενικότητας του παιδιού κατά τρόπο που παραβιάζει την αυτονομία της βούλησης και την προσωπικότητά του. Παρόλα αυτά δεν τίθενται κάποια συγκεκριμένη προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Αντίθετα, για τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας ή εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, που θίγουν προδήλως και ποικιλοτρόπως το συμφέρον του τέκνου, ο νόμος αξιώνει καταδίκη του γονέα με οριστική απόφαση, για την κατάφαση της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας. Και αυτή η διάταξη εδράζεται στο προαναφερθέν «Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης», το οποίο και θα αναλυθεί εν συνεχεία.

2. Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης (PAS)

Το σύνολο των διατάξεων του νόμου ερείδονται, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενο σύνδρομο, το λεγόμενο «Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης» (Parental Alienation Disorder). Καθίσταται επιτακτική η συνοπτική παρουσίαση του αμφιλεγόμενου αυτού συνδρόμου, λόγω της αναφοράς του στην έκθεση συνεπειών του νομοσχεδίου και ήδη νόμου, και της σαφούς σύνδεσης του με συμπεριφορές του ενός γονέα οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αποξενωτικές», στην αποτροπή των οποίων οι διατάξεις του νέου νόμου φαίνεται να αποσκοπούν. Η κρίση αυτή ενισχύεται από την ευρεία αποδοχή της οποίας τυγχάνει το εν λόγω Σύνδρομο από τις οργανώσεις (πατέρων) που τα τελευταία χρόνια προωθούν την ψήφιση ρυθμίσεων, με περιεχόμενο σχεδόν ταυτόσημο με αυτό του νέου νομοθετήματος, αλλά και από την αναφορά του κατά τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου.

Το 1980 ο Richard Gardner, ψυχίατρος, κατασκεύασε το Σύνδρομο ή Διαταραχή της Γονικής Αποξένωσης[29]συνδέοντας το αργότερα με οκτώ ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενα συμπτώματα[30], που βάλλουν κατά της αντίληψης και της προσωπικότητας τόσο του τέκνου όσο και του ενός γονέα, τον οποίο ο Gardner ονομάζει «αποξενωτή» (ο έτερος γονέας χαρακτηρίζεται κατά την ορολογία του Συνδρόμου «αποξενωμένος», ενώ και στο παιδί αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «αποξενωμένο»). Το Σύνδρομο βασίστηκε σε εμπειρική έρευνα του Gardner, στις εμπειρικές παρατηρήσεις δηλαδή του ιδίου ως ψυχιάτρου, αναφορικά με τις επιπτώσεις εντόνως συγκρουσιακών διαζυγίων σε παιδιά. Πρωτοεμφανίστηκε σε δικαστηριακές αίθουσες, στο πλαίσιο της υπερασπιστικής γραμμής πατέρων που κατά την εκδίκαση διαζυγίων κατηγορήθηκαν για σεξουαλική και μη κακοποίηση των τέκνων τους, κατηγορίες που ο ίδιος ο Gardner, καταθέτοντας ως ειδικός ψυχικής υγείας, αξιολογούσε ως ψευδείς. Παρά την εκτεταμένη επίκλησή του σε δικαστικές διαμάχες, δεν γίνεται αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και δεν αναγνωρίζεται από κανέναν υπαρκτό ιατρικό, ψυχολογικό και ψυχιατρικό οργανισμό ή εταιρία ενώ το έργο του Gardner ουδέποτε δημοσιεύθηκε σε εξεταζόμενα από ομότιμες επιστημόνισσες και επιστήμονες (peer – reviewed) περιοδικά εγνωσμένου κύρους.[31]

Σύμφωνα λοιπόν με τον Gardner, πρόκειται για σύνδρομο ή διαταραχή που ανακύπτει σε περιπτώσεις διάστασης ή διαζυγίου των γονέων και αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία κατ’ ουσία ο ένας γονέας στρέφει ένα παιδί ενάντια στον έτερο γονέα. Το Σύνδρομο οφείλεται δηλαδή στην ενστάλαξη αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων στο παιδί για τον στοχοποιημένο γονέα. Στα συμπτώματα του συνδρόμου περιλαμβάνονται ιδίως η έκφραση υποτίμησης του παιδιού σε βάρος του γονέα, που κατά τον Gardner προκύπτει τόσο ως αποτέλεσμα υποβολής του άλλου γονέα[32]αλλά και ως «φαινόμενο ανεξάρτητης σκέψης»[33]του παιδιού. Άλλα συμπτώματα είναι η αντανακλαστική υποστήριξη του «αποξενωτή» γονέα στο πλαίσιο της γονικής αντιπαράθεσης, η απουσία ενοχών του παιδιού για την «κακία» ή την «εκμετάλλευση» σε βάρος του «αποξενωμένου» γονέα, η αποστροφή προς το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του «αποξενωμένου» γονέα κ.α.

Κατά τον Gardner, η αποξενωτική γονική φιγούρα είναι έμφυλη και ταυτίζεται στις πρώτες τουλάχιστον μελέτες του, συνηθέστερα με τη μητέρα, σε ποσοστό μάλιστα 90% των συναφών περιπτώσεων. Το ποσοστό αυτό αργότερα μείωσε στο 50% περίπου, χωρίς βεβαίως να υπάρχουν αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών που να τεκμηριώνουν καμία από τις δύο παραδοχές του[34]και χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως την στερεοτυπική αντίληψη περί χειριστικής μητρικής φιγούρας. Επίσης, μία από τις κυρίαρχες ιδέες του ήταν αυτή για το έμφυτο ψεύδος στα παιδιά, λόγω του οποίου οι μαρτυρίες τους δεν πρέπει να γίνονται πιστευτές, εάν κατηγορούν τον γονέα τους για κακοποίηση ή άλλες επιβλαβείς για τα ίδια συμπεριφορές. Πρόκειται για ιδέα που αμφισβητεί εκ προοιμίου την αξιοπιστία της μαρτυρίας του παιδιού, εισάγοντας μάλλον ένα «τεκμήριο ψεύδους» λόγω ανηλικότητας. Ιδέα που δεν μπορεί σαφώς να γίνει αποδεκτή ούτε στο δικαιικό συγκείμενο, όπου το παιδί είναι φορέας δικαιωμάτων, που περιέχονται στη Διεθνή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού και έχουν ενσωματωθεί σε μεταγενέστερα διεθνή κείμενα, όπως η Σύμβαση για την Απάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων Έναντι των Γυναικών και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ή έχουν υιοθετηθεί από διεθνείς θεσμούς (π.χ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[35]).

3. Από κοινού και εξίσου άσκηση γονικής μέριμνας

Τέλος, εξόχως προβληματική εμφανίζεται η προσθήκη στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1510 του Αστικού Κώδικα μετά τις λέξεις «από κοινού» των λέξεων «και εξίσου», με το εδάφιο να ορίζει ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Επίσης, και η αντικατάσταση του άρθρου 1513 εδ. 1 ΑΚ, με το νέο άρθρο να ορίζει ότι «στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα». Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα μεταξύ άλλων και από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής[36]που πρότεινε την απάλειψή της, η λέξη «εξίσου» δημιουργεί πλήθος ερμηνευτικών προβλημάτων στη δικαστική κρίση, θέτοντας το δίλημμα αν θα γίνει αντιληπτή ως επιταγή για ισότιμη άσκηση ή ως αξίωση για ισόχρονη άσκηση της γονικής μέριμνας. Στην πρώτη περίπτωση, η λέξη «εξίσου» συνιστά νομικό βερμπαλισμό, καθώς ούτως ή άλλως βρίσκεται σε ισχύ η θεμελιώδης αρχή της ισότητας των γονέων.

Στη δεύτερη περίπτωση, το δικαίωμα και η υποχρέωση άσκησης της γονικής μέριμνας ποσοτικοποιείται και η ισότητα των γονέων εξυπηρετείται αποκλειστικά στην εξισωτική, ισοπεδωτική της διάσταση (ισόχρονη διαμονή με καθένα από τους δύο γονείς και εναλλασσόμενη κατοικία). Πρόκειται για ένα μοντέλο άσκησης της επιμέλειας, ως προς το οποίο τίθεται το ζήτημα αν εξασφαλίζει την απαραίτητη για την ομαλή ανάπτυξη του τέκνου σταθερότητα. Ιδίως, αν θα αποβεί λειτουργικό, εξυπηρετώντας το συμφέρον του παιδιού σε κάθε επιμέρους περίπτωση, ακόμα και σε εκείνες εντόνως συγκρουσιακών διαζυγίων γονέων και διαρκούς διαφωνίας μεταξύ των τελευταίων για τα ζητήματα που αφορούν το τέκνο.[37]

Επανερχόμαστε σε αυτό το σημείο στο ζήτημα της παιδευτικής λειτουργίας του δικαίου και των ορίων των δυνατοτήτων του ως παράγοντα κοινωνικής αλλαγής. Η οικογένεια, τόσο πριν όσο και μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων, δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος, απαλλαγμένος από την ιεράρχηση των έμφυλων υποκειμένων που το πλέγμα σχέσεων εξουσίας εντός του οικογενειακού συνόλου συνεπάγεται. Πολύ περισσότερο, δεν είναι δεδομένο πως κάθε ένας από τους γονείς διαθέτει την απαιτούμενη ωριμότητα για να ανταπεξέλθει στην απαιτήσεις μιας ετερογενώς επιβαλλόμενης νομοθετικής ρύθμισης, που επιτάσσει την «ενεργό παρουσία» και «ουσιαστική συμμετοχή» και των δύο γονέων, πριν και μετά τη διακοπή της συμβίωσης, και την αγαστή τους συνεργασία στο πλαίσιο ενός μοντέλου (υποχρεωτικής) συνεπιμέλειας – ή ακόμα και μετά την επιδίκαση ιδιαιτέρως εκτεταμένου χρόνου επικοινωνίας. Το νομολογιακό προηγούμενο[38] καταδεικνύει ότι ένα τέτοιο καθεστώς, για να υπηρετεί το συμφέρον του παιδιού, περισσότερο προϋποθέτει την ενεργό παρουσία, ουσιαστική συμμετοχή και ομαλή σχέση μεταξύ των γονέων παρά δύναται να την καλλιεργήσει.

Σε κάθε περίπτωση, δημιουργείται μια σχέση έντασης ανάμεσα στην αρχή της ισότητας των γονέων και αυτή του συμφέροντος του παιδιού, με το τελευταίο να τίθεται στο περιθώριο της νομοθετικής στόχευσης. Τα ως άνω συμπεράσματα ενισχύονται, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνέπειες της εκτεταμένης επικοινωνίας (ή μιας ενδεχόμενης ισόχρονης διαμονής με καθένα γονέα, με εναλλασσόμενη κατοικία) ως προς το ύψος της καταβαλλόμενης διατροφής, και τη συνακόλουθη υλική και ποιοτική υποβάθμιση, σε ορισμένες περιπτώσεις, του βιοτικού επιπέδου του παιδιού κατά τη διαμονή του με τον «θιγόμενο» από το νέο καθεστώς γονέα. Το τελευταίο αυτό σημείο φέρνει στο προσκήνιο και το ζήτημα των οικονομικών κινήτρων πίσω από τη νέα ρύθμιση.[39]

Τα ερωτήματα αυτά δεν αίρονται ούτε αν αναχθούμε στα καθεστώτα συνεπιμέλειας που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, όπου παρά τις αναπτυγμένες δομές η εφαρμογή τους συνεπέφερε πλήθος προβλημάτων που αξίωσαν την εκ νέου αναθεώρηση της νομοθεσίας.[40] Η συνεπιμέλεια έχει περιεχόμενο που παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις από τη μία έννομη τάξη στην άλλη, λόγω του διαφορετικού κοινωνικού, ιδεολογικού και νοηματικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται και το οποίο διαφέρει από χώρα σε χώρα. Προϋποθέτει δε πεπαιδευμένους γονείς, με παιδεία ευρεία αλλά και ειδική επί θεμάτων έμφυλης ισότητας, καθώς και ειδικές κρατικές δομές που θα εγγυώνται μια ασφαλή για τα παιδιά και τους γονείς εφαρμογή της. Προς την κατεύθυνση αυτή, η ενίσχυση των κρατικών δομών και ιδίως η ίδρυση οικογενειακών δικαστηρίων εμφανίζεται ως αναγκαίο μέτρο για την εκφορά δικαιοδοτικών κρίσεων από καταρτισμένες οικογενειακές δικάστριες και δικαστές, που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κάθε επιμέρους κρινόμενης περίπτωσης ad hoc, με την υποστήριξη επαγγελματιών ψυχικής υγείας, κοινωνικών λειτουργών κλπ. Αντιθέτως σήμερα, η προσωπική προσπάθεια και ο ζήλος των δικαστριών και δικαστών καλούνται να αναπληρώσουν την απουσία κρατικής υποστήριξης του λειτουργήματός τους.

Συμπεράσματα

Συνολικά, αναφορικά μέχρι την ως σήμερα κρατούσα νομολογιακή πρακτική μπορεί να ειπωθεί πως μια μονόπλευρη ανάγνωση της κατά κανόνα ανάθεσης της επιμέλειας στη μητέρα ως απόρροιας στερεοτυπικών αντιλήψεων για το ρόλο της τελευταίας στο δεοντολογικό επίπεδο, παραβλέπει πλήθος άλλων κοινωνι(ολογι)κών παραγόντων που ωθούν σε τέτοιου είδους δικαιοδοτικές κρίσεις, και οι οποίοι είναι αμφίβολο αν θα μεταβληθούν αποκλειστικά μέσω της νομοθετικής επιβολής. Ο νέος νόμος ενέχει κάποιες πολύ συγκεκριμένες νοηματικές και ιδεολογικές συνδηλώσεις, απηχώντας μια προειλημμένη αντίληψη περί του συμφέροντος του τέκνου, θεμελιωμένη στην καινοφανή και αμφιλεγόμενη επιστημονικά θεωρία του Συνδρόμου Γονικής Αποξένωσης, περιορίζοντας υπέρμετρα την δικαστική κρίση κατά την οριοθέτηση και εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού.

Οι τελευταίες τροποποιήσεις δημιουργούν μια σχέση έντασης ανάμεσα στην αρχή της ισότητας των γονέων και αυτή του συμφέροντος του τέκνου, στο πλαίσιο της οποίας το τελευταίο παραγκωνίζεται στο περιθώριο της νομοθετικής ρύθμισης. Η δε ισότητα των γονέων γίνεται αντιληπτή κατά τρόπο ισοπεδωτικό, που αγνοεί τη σχεσιακή δυναμική και τη βιωμένη εμπειρία των μελών της οικογένειας.

Η ως άνω περιγραφόμενη πρόσληψη της έννοιας του συμφέροντος του τέκνου ως άνευ ετέρου εξυπηρετούμενου ιδίως από την παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του και το «Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης» που λανθάνει πίσω από τις εισαχθείσες τροποποιήσεις, προορίζονται να μην αφήσουν ανεπηρέαστα τα προσδιοριστικά κριτήρια που η δικαστική κρίση αξιοποιεί για την αξιολόγηση των επιμέρους περιπτώσεων. Κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των νέων διατάξεων, η δικαστική κρίση καθοδηγείται να λάβει υπόψη κριτήρια που προσιδιάζουν στα αντίστοιχα «συμπτώματα» του συνδρόμου της γονικής αποξένωσης όπως αυτά παρουσιάζονται από τους υποστηρικτές της θεωρίας και παρατέθηκαν παραπάνω. Εναπόκειται συνεπώς στη δικαστική κρίση να μη λάβει υπόψη της ψευδείς επιστημονικές θεωρίες και πορίσματα που αμφισβητούν τα όρια της υποκειμενικότητας του παιδιού, παραβιάζοντας προδήλως τα δικαιώματά του. Τέτοιου είδους εκ του νόμου προσδιοριστικά κριτήρια οφείλουν να εξουδετερωθούν ερμηνευτικά.



[1] Κατά Ιωάννη Σ. Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο(3η έκδ., Σάκκουλας 2020), 582 «Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις ή «θεσμός», ενώ κατά Παύλος Χρ. Φίλιος, Οικογενειακό Δίκαιο (4η έκδ., Σάκκουλας 2011), 311, «Η γονική μέριμνα πηγάζει από τη γονική σχέση».

[2] Απ. Γεωργιάδης, Οικογενειακό Δίκαιο (2η έκδ., Σάκκουλας 2017), Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, (7η έκδ., 2018).

[3] Αντίθετη γνώμη σε Θανάση Παπαχρίστου, ‘Νέες μορφές άσκησης της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο’, (1985) Αρμ. 39, 102, κατά την οποία η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο συνιστά μόνο de facto κατάσταση, και σε Στ. Κιτσάκη, ‘Συνεπιμέλεια και συμφέρον του τέκνου’ ΕφΑΔΠολΔ 1/2021 (2021), σύμφωνα με τον οποίο μετά το διαζύγιο παύει η κοινή άσκηση και απαιτείται επανασύσταση με παρέμβαση του δικαστηρίου.

[4] ΑΠ 537/2012, ΑΠ 2130/2007, ΑΠ 1218/2006, ΑΠ 1910/2005

[5]Σοφία Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, ‘Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 1505-1541’, σε Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Μιχάλης Π. Σταθόπουλος (επιμ.), Αστικός Κώδικας, κατ’ άρθρο ερμηνεία(2η έκδοση, Π.Ν. Σάκκουλας 2016), αρ. 152 επ., ιδίως 184 επ..

[6] Ίσως το μοναδικό, κατά την άποψη της γράφουσας, θετικό στοιχείο που εισήγαγε ο Ν. 4800/2021 είναι η προσθήκη στο συγκεκριμένο εδάφιο με το άρθρο 5, του σεξουαλικού προσανατολισμού ως λόγου μη διάκρισης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για το μοναδικό βήμα της τελευταίας τροποποίησης, προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της σεξουαλικής ποικιλομορφίας στο Οικογενειακό Δίκαιο.

[7] ΑΠ 616/2020, ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1526/2017, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 634/1996

[8] ΑΠ1027/2010, ΑΠ 414/2010

[9]ΑΠ 414/2010, 2130/2007

[10] Βλ. ενδεικτικά Myra Strober, ‘Interdisciplinary Conversations: Challenging Habits of Thought’ (2010), Stanford University Press 2010.

[11] Ανδρέας Τάκης, ‘Το Είναι και το Δέον του δικαίου: δοκίμιο για τον αναλυτικό νομικό θετικισμό’ (2004), διδακτορική διατριβή, σελ. 9-16, http://hdl.handle.net/10442/hedi/14003 ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2021.

[12] Ασπασία I. Τσαούση, ‘Διεπιστημονικότητα & Νομική Επιστήμη: Γιατί είναι αλληλένδετες & τι σημαίνει αυτό για την από κοινού ανάπτυξή τους’ (2015), ανακοίνωση σε συνέδριο, https://doi.org/10.26262/culres.v4i0.4641 , ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2021.

[13] Βλ. ενδεικτικά Yovel, Jonathan and Mertz, Elizabeth Ellen, ‘The Role of Social Science in Legal Decisions’ (2004). HANDBOOK OF LAW AND SOCIETY, Austin Sarat, ed., Blackwell, 2004, SSRN: https://ssrn.com/abstract=950746 ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2021.

[14] Παπαχρίστου, Α.Κ. (1975). Οικογενειακό δίκαιο και κοινωνική αλλαγή. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 25, 439-444. doi:https://doi.org/10.12681/grsr.389

[15] Σύλλογος «Συνεπιμέλεια», ‘Ελλάδα : Η μοναχική εμμονή στην αποκλειστική επιμέλεια’, (2013) < https://www.synepimelia.gr/?p=706> , ανακτήθηκε στις

[16] Παπάνης Ευστράτιος, Μυρσίνη Ρουμελιώτου & Αγγελική Σαντή, (2015) Η αθέατη πλευρά της ισότητας των δύο φύλων: Εμπειρική έρευνα σχετικά με τις στάσεις και τη νομική διάσταση για το θεσμό της συγκηδεμονίας-συνεπιμέλειας στην Ελλάδα, DOI: 10.13140/RG.2.1.1940.6241

[17] Σχετικά με το ρόλο του πατέρα στα πρώιμα στάδια της ζωής του παιδιού και την απόρριψη της μυθολογίας περί μητρικού ενστίκτου βλ. ενδεικτικά Abelin, E. L. ‘Some further observations and comments on the earliest role of the father’ (1975), The International Journal of Psychoanalysis, 56(3), 293–302. Tavris & Wade, ‘The Longest War: Sex Differences in Perspective’ (1984), Harcourt 1984, σελ. 159-163. ΕπίσηςWest, Jurisprudence and Gender’ (1988) University of Chicago Law Review, τ. 55, σελ. 1

[18] Boyd, Autonomy for Mothers? Relational Theory and Parenting Apart, Feminist Legal Studies 2010, vol. 18, iss. 2, σελ 153.

[19] Κραβαρίτου - Μανιτάκη Γ., Φύλο και Δίκαιο: Η προβληματική της βαρύτητας των νομικών ρυθμίσεων στις έμφυλες κοινωνικές σχέσεις (Παπαζήσης 1996)

[20] Τσιαντής Γιάννης, Δραγώνα Θάλεια (επιμ.) Μωρά και μητέρες: ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και υγεία στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής (4η Έκδοση, Καστανιώτη 1999)

[21] Θάλεια Δραγώνα, Ναζίρη Δημήτρη, Οδεύοντας προς την πατρότητα: Εξιχνίαση μιας παραγνωρισμένης πορείας. (Εξάντας, Τρίαψις Λόγος. 1995)

[22] Παραβάντης Ιωάννης, (2007) Στατιστική ανάλυση Νομολογίας Πρωτοδικείου Αθηνών: Γονική μέριμνα, επιμέλεια και Επικοινωνία παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου, ΜΚΟ ΓΟΝ.ΙΣ.

[23] ο.π. Παραβάντης Ιωάννης, (2007) Στατιστική ανάλυση Νομολογίας Πρωτοδικείου Αθηνών: Γονική μέριμνα, επιμέλεια και Επικοινωνία παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου,

[24] Για την έννοια του «βέλτιστου» συμφέροντος του τέκνου βλ. Έκθεση Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, αναρτητέα στην Κοινοβουλευτική Διαφάνεια, επί του νομοσχεδίου «Μεταρρυθµίσεις αναφορικά µε τις σχέσεις γονέων και τέκνων και άλλα ζητήµατα οικογενειακού δικαίου» <https://www.hellenicparliament.gr/.../7b2465.../11644867.pdf> σελ. 6.

[25] ο.π. Τσιαντής Γιάννης, Δραγώνα Θάλεια (επιμ.) Μωρά και Μητέρες, σελ. 171 επ.

[26] Σχόλια και επισημάνσεις του κέντρου Διοτίμα επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων και άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου» Ανακτήθηκε στις 09.06.2021.

[27] Βλ. για το σημείο αυτό επισημάνσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βούλης ο.π. υπ. 27, σελ. 19 επ.

[28] Γ. Κουµάντος, Οικογενειακό Δίκαιο (Π.Ν. Σάκκουλας 1987), σελ. 214, Απ. Γεωργιάδης, ό. π., σελ. 605, Αθ. Παπαχρίστου, Οικογενειακό Δίκαιο, (Π.Ν. Σάκκουλας 2014) σελ. 352

[29] Gardner Richard, (1992) ‘The parental alienation syndrome: A guide for mental health and legal professionals’ Creskill, NJ: Creative Therapeutics., Gardner, R. A. (2002) ‘Denial of the parental alienation syndrome also harms women’ The American Journal of Family Therapy, 30, 191–202. doi:10.1080/019261802753577520, Gardner, R. A., (2002) ‘Parental alienation syndrome vs. parental alienation: Which diagnosis should evaluators use in child-custody disputes?’ American Journal of Family Therapy, 30(2), 93–115. doi:10.1080/019261802753573821

[30] Baker, Amy J. L., & Darnall, Douglas C. (2007). A construct study of the eight symptoms of severe parental alienation syndrome: A survey of parental experiences. Journal of Divorce & Remarriage, 47(1–2), 55–75. doi:10.1300/j087v47n01_04

[31] Bernet William & Baker Amy, 2013. William O’Donohue, Lorraine T. Benuto & Natalie Bennett, (2016) Examining the validity of parental alienation syndrome, Journal of Child Custody, 13:2-3, 113-125, DOI:10.1080/15379418.2016.1217758

[32] Στο σύμπτωμα 1 του PAS (the campaign of denigration), το παιδί προβαίνει σε μια «εκστρατεία δυσφήμισης» σε βάρος του στοχοποιημένου γονέα (συνήθως πατέρα) που προκύπτει ως αποτέλεσμα χειραγώγησης (συνήθως από τη μητέρα).

[33] Στο σύμπτωμα 4 του PAS, (the “independent-thinker” phenomenon) αναφέρεται στην αυτοτελή συμβολή του παιδιού, ανεξάρτητα από τη μητρική υποβολή και χειραγώγηση, με ψευδείς μαρτυρίες σε βάρος του άλλου γονέα (πατέρα). Αυτή η αυτοτελής συμμετοχή του παιδιού στην εκστρατεία δυσφήμισης του πατέρα ανάγει τη γονική αποξένωση σε σύνδρομο και παιδική διαταραχή, και μπορεί κατά τον Gardnerνα φτάσει μέχρι ψευδείς καταθέσεις για αναμνήσεις σεξουαλικής κακοποίησης από τον αποξενωμένο γονέα, βλ. Gardner, R. A. (2004) ‘The relationship between the parental alienation syndrome and the false memory syndrome’ The American Journal of Family Therapy, 32, 79–99. doi:10.1080/01926180490424181 .

[34] Αξίζει να αναφερθεί πως εν γένει το έργο του Gardner διακρίνεται από μια μεροληψία σε βάρος των γυναικών – μητέρων, ενώ έχει εκφράσει απόψεις που χαρακτηρίζονται υποστηρικτικές μεταξύ άλλων και προς την παιδοφιλία, ανάγοντάς την σε μια ακόμα έκφραση της ανθρώπινης φύσης. Ενδεικτική είναι η άποψή του για τις μητέρες που ανακαλύπτουν ότι ο σύζυγός τους κακοποιεί σεξουαλικά το τέκνο τους, σύμφωνα με την οποία για την κακοποίηση ευθύνεται η μητέρα, επειδή εκείνη δεν εκπληρώνει τις σεξουαλικές επιθυμίες του συντρόφου της. Προτείνει οι θεραπευτές, να βοηθήσουν τις μητέρες παιδιών θυμάτων ασέλγειας, να εκπληρώσουν τις σεξουαλικές επιθυμίες των αντρών. [Gardner, R.A. (1992). True and False Accusations of Child Sex Abuse Cresskill, NJ: Creative Therapeutics. (p. 585)].

[35]M. and M. v. Croatia, Judgement (ECtHR 3 September 2015) no10161/13

[36] ο.π. υπ. 27, σελ. 11 επ.

[37] Ιδιαίτερη σημασία για την ερμηνεία ενέχει το άρθρο 1 του Ν. 4800/2021.

[38] ΜονΠρΛασ 261/2020

[39] Στην ιστοσελίδα μιας από τις οργανώσεις που προωθούν την υποχρεωτική εκ του νόμου συνεπιμέλεια στην Ελλάδα, διαβάζουμε επί των διατάξεων του νομοσχεδίου και ήδη νόμου:  «…οι γονείς υποχρεωτικά θα πάρουν ίσα δικαιώματα, χρόνο και φροντίδα του παιδιού, παράγοντας που θα διαμορφώνει ανάλογα το ύψος της διατροφής αλλά και τον υπόχρεο αυτής». Παναγιώτης Γεωργιάδης, (Μάϊος 2021) ‘Υποχρεωτική Συνεπιμέλεια και οι αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος στα διαζύγια’, ανακτήθηκε από: www.synepimelia.gr

[40] Βλ. ενδεικτικά  Maria Eriksson, (2011)Contact, Shared Parenting and Violence: Children as Witnesses of Domestic Violence in Sweden’ International Journal of Law, Policy and the Family 25(2), (2011), 165–183 doi:10.1093/lawfam/ebr004, Belinda Fehlberg, Bruce Smyth, Mavis Maclean, Ceridwen Roberts, (2011) ‘Legislating for Shared Time Parenting after Separation: A Research Review’, International Journal of Law, Policy and the Family, Volume 25, Issue 3, Pages 318–337, https://doi.org/10.1093/lawfam/ebr015