Η Κυριακή του Πάσχα, στην οποία γιορτάζεται η Ανάσταση του Ιησού, θεωρείται η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Η Μεγάλη Εβδομάδα πρόκειται για μια περίοδο όπου βομβαρδιζόμαστε ξαφνικά, κυρίως μέσω της τηλεόρασης, από ένα κύμα μίνι σειρών και ταινιών που είτε αφορούν τα Πάθη του Ιησού και άλλες Βιβλικές ιστορίες είτε είναι απλά ταινίες εποχής που λαμβάνουν χώρα στον καιρό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κάθε χρόνο λοιπόν αυτή την περίοδο, αυτό το κύμα αποτελεί υπενθύμιση – τουλάχιστον για μένα που δεν έχω επαφή με τον Χριστιανισμό με τον ίδιο τρόπο που έχει η ελληνική κοινωνία – για το πώς προβάλλονται οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες αυτών των ταινιών. Πρόκειται κυρίως για ανθρώπους (μάλλον και θεανθρώπους) με σθένος, που αντιστέκονται στα κακώς κείμενα της εποχής και ανατρέπουν τα δεδομένα στο πνεύμα ισότητας και απελευθέρωσης.

Ο ίδιος ο Ιησούς αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό πρόσωπο στις βιβλικές αφηγήσεις για την εποχή του. Επρόκειτο για ένα άτομο που – μεταξύ άλλων – στήριζε ακόμα και τις πιο περιθωριοποιημένες γυναίκες, όπως πόρνες, και ασκούσε κριτική στους Φαρισαίους και στους νομοθέτες της εποχής. Για ποιο λόγο, λοιπόν,  έχει κατηγορηθεί η Βίβλος για σεξιστικές απεικονίσεις οι οποίες μάλιστα έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στη σύγχρονη κοινωνία ακόμη και σήμερα; Βρίσκεται το πρόβλημα καθαρά στο περιεχόμενο ή μήπως παίζει και η ίδια η ερμηνεία των κειμένων σημαντικό ρόλο στην απεικόνιση των βιβλικών χαρακτήρων;

Για να αντιληφθούμε καλύτερα την ερμηνεία των κειμένων, η κατανόηση της Σημειωτικής αποτελεί σημαντικό μέρος της συγκεκριμένης ανάλυσης. Αντικείμενο της Σημειωτικής είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αποδίδουν, κωδικοποιούν και ανταλλάσουν σημασίες και νοήματα μέσω σημείων, δηλαδή μέσω οποιασδήποτε οντότητας στην οποία αποδίδεται ένα συγκεκριμένο νόημα (πχ. κείμενα). Σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Έκο, έναν σημαντικό αντιπρόσωπο της επιστήμης αυτής, η κατανόηση αποτελεί απόρροια της απουσίας αξιόπιστων προκαθορισμένων κανόνων που επιτρέπει μέχρι κάποιο βαθμό στους αναγνώστες να κάνουν υπεργενικευμένες εικασίες για τον κώδικα που το κείμενο θεωρεί ως δεδομένο. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι σημαντικός για τη συγκεκριμένη συζήτηση, γιατί είναι λογικό να υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει κανείς τους κώδικες ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής της αρχαιότητας και του σήμερα, πράγμα που οφείλεται σε πολιτιστικούς-ιστορικούς παράγοντες αλλά και σε γνώσεις που διαθέτει το άτομο για τον κόσμο.

Τα καταπιεστικά πρότυπα έναντι γυναικών και άλλων παραμεθόριων κοινωνικών ομάδων του Χριστιανισμού, για παράδειγμα, δεν προέρχονται από κάποια συγκεκριμένα δόγματα, αλλά από πατριαρχικές και ιεραρχικές αναγνώσεις του συστήματος των Χριστιανικών συμβόλων εξ ολοκλήρου.

Όσον αφορά την Παλαιά Διαθήκη και τις διαφορές στην κατανόηση και την ερμηνεία των συμβόλων και των κωδικών, πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο είναι εύλογο να προβάλλει σεξιστική ιδεολογία, γιατί, σύμφωνα με την Dr Lena Tiemeyer, είναι ένα κείμενο γραμμένο από άντρες προς άντρες της εβραϊκής κοινωνίας της εποχής. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε ως αναγνώστες σήμερα είναι να θέσουμε ερωτήματα, όπως: «Τί είδους ζωές είχαν οι γυναίκες στον κόσμο εκείνη την περίοδο;» ή «Σε τί βαθμό είναι ανεκτική προς τον κόσμο η Βίβλος και με ποιον τρόπο προσπαθεί να τον βελτιώσει;» Από την άλλη πλευρά όμως, γυναίκες όπως η Δεββώρα, γνωστή για τις προφητείες της, αποτελούν σημαντικό κομμάτι των Γραφών και δεν παρουσιάζεται μόνο το στερεότυπο της αμαρτωλής γυναίκας ως πόρνη.

Όσον αφορά την Καινή Διαθήκη, το πλαίσιο ανάγνωσης των χριστιανικών συμβόλων ως σύστημα κυριαρχίας προέρχεται από πατριαρχικές δουλοκρατίες, το κοινωνικό σύστημα στο οποίο γεννήθηκε ο Χριστιανισμός. Όμως, όπως αναφέρθηκε πριν σχετικά με το έργο του Ιησού, ο Χριστιανισμός ξεκίνησε ως κριτική αυτού του συστήματος που πρότεινε προφητικές-απελευθερωτικές για αυτό εναλλακτικές οι οποίες εν μέρει καταστάλθηκαν.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στο κείμενο της Γενέσεως 1:27, «[κ]αι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα», γίνεται αναφορά στο σώμα και στη ψυχή του κάθε ανθρώπου, όπου αντικατοπτρίζει τον έκδηλο θείο λόγο στον Χριστό. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη – ο οποίος αποτέλεσε επιρροή για τον Χριστιανισμό κατά τα πρώιμα στάδιά του – οι γυναίκες (καθώς επίσης και οι «βάρβαροι») δεν διέθεταν ανεξάρτητη λογική και ήταν φύσει κατώτερες και υποδεέστερες των Ελλήνων αντρών, ιδιαίτερα μάλιστα αντρών σε εξουσία, πράγμα που χρωματίζει έντονα τον Χριστιανισμό με σεξιστικό αλλά και ρατσιστικό-ταξικό χαρακτήρα.

Η εβραϊκή παράδοση παρουσίαζε δύο απόψεις όπου, από την μία πλευρά οι γυναίκες δημιουργήθηκαν ίσα κατ’ εικόνα του Θεού, ενώ από την άλλη, πολλοί ραββίνοι αναγνωρίζουν μόνο την ισότητα του Αδάμ προς τον Δημιουργό του. Αυτή η σύγχυση είναι εμφανής και στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Στην Επιστολή προς Κορινθίους Α’ (11: 3) αναφέρει «Θελω δε υμας ειδεναι οτι παντος ανδρος η κεφαλη ο χριστος εστιν κεφαλη δε γυναικος ο ανηρ κεφαλη δε χριστου ο θεος», παρουσιάζει δηλαδή την κοσμική ιεραρχία του Θεού στο Χριστό, του Χριστού στον άντρα και του άντρα στη γυναίκα ως βάση του επιχειρήματος ότι η γυναίκα πρέπει να καλύπτει το κεφάλι της, ενώ ο άντρας όχι. «Ανηρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλυπτεσθαι την κεφαλην εικων και δοξα θεου υπαρχων γυνη δε δοξα ανδρος εστιν» (11: 7). Στην Επιστολή προς Γαλατάς, όμως, αναφέρεται πως μέσω της βάπτισης η ιεραρχία αυτή καταρρίπτεται και δεν υπάρχουν αντίθετα δίπολα, όπως στον κόσμο της αμαρτίας. «Ουκ ενι ιουδαιος ουδε ελλην ουκ ενι δουλος ουδε ελευθερος ουκ ενι αρσεν και θηλυ παντες γαρ υμεις εις εστε εν χριστω ιησου» (3:28). Υπάρχει μια σύγχυση στον τρόπο με τον οποίο θεσμοθετείται και καταστρέφεται αυτή η ιεραρχία στην οποία αναφέρεται ο Παύλος. Γιατί να είναι κατώτερη η θέση της γυναίκας στη Γη ενώ μέσω της ένωσης με τον Χριστό διαλύονται οι διαφορές μεταξύ των ατόμων;

Υπήρχε ανέκαθεν προσπάθεια από τον Χριστιανισμό να εξηγήσει τον τρόπο της σωτηρίας της ψυχής των γυναικών. Πώς όμως θα μπορούσε να σωθεί η ψυχή της γυναίκας αν δεν ήταν δημιουργημένη κατ’ εικόνα του Θεού; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει ο Άγιος Αύγουστος, που αναγνώριζε τη διαφορά ανάμεσα στη ψυχή της γυναίκας αλλά και στη φυσική μορφή της ως θηλυκό, με την ψυχή να είναι φτιαγμένη κατ’ εικόνα του Θεού όπως στον άντρα, αλλά με το σώμα της να είναι καταδικασμένο στην αμαρτία. Ακόμα και στον παράδεισο, η γυναίκα είχε δημιουργηθεί για να υπόκειται στον άντρα για τον σεξουαλικό ρόλο ως σύζυγος και τεκνοποιός. Μια επέκταση της ερμηνείας αυτής αποτελεί και αυτή των Μαρτίνου και Λουθήρου που αναγνωρίζουν την κοινωνική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ως διαταγή του Θεού, με σκοπό την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων που δε βασίζεται όμως σε κατωτερότητα μιας ανθρώπινης μορφής έναντι άλλης. Για αυτούς, η υποδούλωση της γυναίκας στον υλικό κόσμο είναι μια θεϊκή εντολή που αντισταθμίζει την τάση των γυναικών για αμαρτία, για το οποίο έπρεπε να φροντίσει ο Θεός, άσχετα με την πεποίθηση ότι στον παράδεισο υπάρχει απόλυτη ισότητα. Γι' αυτό και όλες οι γυναίκες οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτή την εντολή.

Αυτή η πατριαρχική (και ολιγαρχική) ερμηνεία του Θεού ενισχύει τα δόγματα περί δημιουργίας, αμαρτίας και σωτηρίας. Παραδόξως, ο Θεός δεν έχει μορφή, αλλά η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του μέσω μεταφορών, τον παριστάνουν  ως έναν πατριαρχικό και θεϊκό άντρα που δημιούργησε ταξικές διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών, αφεντών και σκλάβων. Αυτός κυβερνά με κυριαρχία με το να ασκεί έλεγχο και να τιμωρεί. Ο ορθολογισμός και η κυρίαρχη δύναμη παρουσιάζονται ως αρσενικά χαρακτηριστικά που ασκούνται μόνο από άντρες και είναι ακατάλληλα για γυναίκες.

Βέβαια, υπάρχουν περιγραφές που παρουσιάζουν τον Θεό με πιο «θηλυκές» εικόνες, με τον λόγο Του να παρουσιάζεται ως μητρικό γάλα για τον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα ο Θεός δεν παρουσιάζεται με κάποιο φύλο, πράγμα που καθιστά τη χρήση φυλετικών δεικτών κατά την περιγραφή του καθαρά προϊόν γραμματικής της εκάστοτε γλώσσας. Για παράδειγμα, το Άγιο Πνεύμα είναι θηλυκό στα Εβραϊκά, αρσενικό στα Λατινικά και ουδέτερο στα Ελληνικά. Η κυριολεξία σε περιγραφές αυτές είναι λάθος, καθώς διαφορετικές κουλτούρες (ή γλώσσες) αντιλαμβάνονται διαφορετικά το σύμβολο αυτό.

Η γραμματική όμως δεν παίζει πάντοτε το μοναδικό ρόλο κατά την ερμηνεία του κώδικα. Υπάρχει η τάση να ταυτίζονται τα πάθη του σώματος και η ανώτερη σοφία με θηλυκή και αρσενική ορολογία αντίστοιχα, πράγμα που επηρεάζει το πώς εκλαμβάνει κανείς τις φυλετικές μεταφορές για τα θεία. Ο Αύγουστος αναφέρεται στη σοφία ως ανώτερο και αρσενικό και στη γνώση στο κατώτερο και θηλυκό κομμάτι του ανθρώπου, και τονίζει τη διαφορά μεταξύ γραμματικής και βιβλικής παράδοσης. Εικόνες του φύλου δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλάξιμα για τον Θεό, γιατί η φύση Του πρέπει να είναι καθαρά ψυχική και διανοητική. Γι' αυτό η εικόνα Του είναι αυστηρά αρσενική.

Όμως, η αλήθεια είναι πως δεν γνωρίζουν όλοι τις θεωρίες περί εικόνας και δεικτών φύλου του Κυρίου, γιατί οι θηλυκές εικόνες καταπατώνται και αποκρύπτονται όλο και περισσότερο. Και συγκεκριμένα, η θεϊκή εικόνα του Χριστού ως ενσάρκωση του Θεού οφείλεται στο γεγονός ότι ο λόγος Του (αν όχι μόνο η σαρκική του εμφάνιση) παρουσιάζεται ως αρσενικό χαρακτηριστικό, οπότε η ανθρώπινή Του φύση που χαρακτηρίζεται από τελειότητα και χωρίς αμαρτία, παρουσιάζεται μόνο ως ανδρική.  Ακόμα και από μια πιο κοινωνιολογική σκοπιά, η εικόνα του Χριστού ως γυναίκα, δεν θα είχε την ίδια επιρροή με την αντίστοιχη του άντρα, γιατί ίσως δεν θα Τον άκουγαν με τον ίδιο τρόπο. Η σωτηρία των ψυχών των γυναικών επέρχεται μέσω του Χριστού ως άντρα, αλλά το αντίστροφο είναι αδύνατον γιατί η θηλυκότητα δεν περιέχει την αρρενωπότητα με τον ίδιο τρόπο που η αρρενωπότητα περιέχει και την θηλυκότητα.

Αυτή η διάκριση είναι, επιπλέον, εμφανής ακόμα και στην Εκκλησία. Βάσει της «υποδεέστερης» φύσης και την διατήρηση «φυσικών συμβόλων», ένας ιερέας δεν μπορεί να είναι παρά άντρας. Όμως ο Ιησούς ήταν Εβραίος. Δεν θα όφειλε λοιπόν με την ίδια λογική κάθε ιερέας να ήταν Εβραίος; Τα κενά στην θεωρία αυτή είναι αρκετά και δημιουργούν περισσότερες ερωτήσεις.

Αυτές οι απόψεις και ερμηνείες της κατώτερης φύσης της γυναίκας οφείλονται, βάσει ανθρωπολογίας,  σε βαθιά πατριαρχικές και φαλλοκρατικές ιδεολογίες που υπάρχουν στον δυτικό κόσμο και αποτελούν τη βάση της διάδοσης του Χριστιανισμού. Όμως, υπάρχουν και πιο φεμινιστικές ερμηνείες των Γραφών που βασίζονται στην πιο απελευθερωτικό χαρακτήρα του Χριστιανισμού, όπου ο Χριστός είναι υπέρμαχος των αδύναμων μελών της κοινωνίας και καταδικάζει τους ισχυρούς.

Ακόμη και από πολύ πρόωρες μορφές ριζοσπαστικού Χριστιανισμού του δεύτερου αιώνα, όπως οι Μοντανιστές, υπάρχουν αναφορές στην εμφάνιση του Χριστού με γυναικεία μορφή, ενώ στη μεσαιωνική περίοδο κάποιοι κληρικοί θεωρούσαν ότι η ισότητα των γυναικών στη ψυχή υπερβαίνει την κατωτερότητά τους όσον αφορά το φύλο, και τους επιτρέπει να είναι μέσα της αποκαλυπτικής παρουσίας του Χριστού. Για μερικούς, η σοφία του Θεού είχε επίσης θηλυκή μορφή.

Ένας ακραίος ουμανιστής του δέκατου έκτου αιώνα, ονόματι Κορνήλιος Αγρίππας, αμφισβήτησε την ερμηνεία που καταδικάζει τις γυναίκες για την Πτώση στην αμαρτία, ισχυρίζοντας ότι υπάρχει πλήρης ισότητα κατά τη θεϊκή δημιουργία και η υποταγή δεν οφείλεται λόγω θεϊκής εντολής ή γυναικείας κατωτερότητας, αλλά λόγω ανδρικής τυραννίας που ενισχύεται μέσω κοινωνικών συνταγών. Αυτή τη θεωρία υιοθέτησαν και οι Κράκεροι, οι οποίοι όχι μόνο αρνούνται τις διαφορές στη δυναμική των ανδρών και των γυναικών στον παράδεισο, αλλά αιτιολογούν την υποταγή των γυναικών στην γη ως πρωταρχική ένδειξη της Πτώσης στην αμαρτία.

Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν ερμηνείες που αναγνωρίζουν και τον άντρα και την γυναίκα ως δημιουργίες κατ’ εικόνα του Θεού. Τί σημαίνει όμως αυτό; Αναφέρθηκε πριν η πνευματική ποιότητα της ψυχής ως καθρέπτη του Θεού και η κυριαρχία στην κατώτερη δημιουργία (Θεός στον Χριστό, άντρας στη γυναίκα). Σύμφωνα με την Rosemary Radford Ruether, η συμπερίληψη των γυναικών στην εικόνα του Θεού αλλάζει τη σημασία της ισότητας, καθώς αυτή δεν είναι δυνατή μόνο μέσω της σωτηρίας του Χριστού στον παράδεισο, αλλά μέσω αλλαγών στο σύστημα που επικρατεί στη γη, ώστε και οι γυναίκες να έχουν ίση παρουσία στη διοίκηση, στην ιδιοκτησία και στην πολιτική εξουσία, πράγμα που ισχύει βεβαίως και για άλλα κινήματα πέραν του φεμινιστικού. Στη συνέχεια, προτείνει μια αλλαγή στον τρόπο που πρέπει να κατανοούμε την αμαρτία και την Πτώση και να διαχωρίσουμε τον πραγματικό κόσμο με τον παράδεισο. Οφείλουμε να αντιληφθούμε την ανθρώπινη ύπαρξη ως μια πάλη μεταξύ του «είναι» και του «πρέπει», του ιδανικού μας και της παρουσίας στο τώρα, της ατομικότητας και του αλτρουισμού. Αυτή η πάλη μπορεί να μεταφραστεί ως τα συστήματα ανισότητας και κυριαρχίας που επικρατούν σήμερα, αλλά επίσης και στα κινήματα απελευθέρωσης από τα κακώς κείμενα.

Τελειώνοντας, η Ruether ισχυρίζεται ότι είναι ειδωλολατρία να ερμηνεύουμε κυριολεκτικά τις εικόνες των Θείων στη Βίβλο, γιατί πρόκεινται για μερικούς δείκτες της εικόνας του Θεού που υπερβαίνουν την ανθρώπινη γλώσσα. Είναι επίσης λάθος να ερμηνεύουμε τον Θεό ως κυρίαρχο, απόμακρο από τα άτομα που κυριαρχεί, γιατί αυτή η εικόνα έχει σχηματιστεί από πατριαρχική και ολιγαρχική ιδεολογία που διαχωρίζει το σώμα από το πνεύμα, τον άντρα από την γυναίκα, και τον παράδεισο από την γη. Η θεωρία της ερμηνείας των σημείων αποδεικνύει τη διαφορά μεταξύ αναγνώσεων ανά τα χρόνια. Όσον αφορά τη σημερινή εποχή, ίσως είναι καλύτερο να ερμηνεύσουμε την θεϊκή αυτή υπέρβαση ως σπάσιμο των δεσμών της κοινωνίας και την επιβολή της πλήρους ισότητας, ώστε να πλησιάσουμε την ιδανική φύση μας.

Πρέπει επίσης να αναλογιστούμε και το τι έχουν επιφέρει αυτά τα συστήματα στον τρόπο που εκφράζεται ο Χριστιανισμός μέσω της Εκκλησίας. Θεωρητικά η εκκλησία ως χώρος και η Εκκλησία παρουσιάζουν διαφορές ζωτικής σημασίας, καθώς η πρώτη αφορά την ένωση των εκκλησιαζόντων, ενώ η δεύτερη προωθεί το σύστημα κυριαρχίας μια ομάδας εις βάρος άλλων.

Εν κατακλείδι, είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι σε καμία περίπτωση η Βίβλος δεν είναι το τέλειο κείμενο που δεν παρουσιάζει κανένα λάθος. Πρόκειται για ένα κείμενο που αντικατοπτρίζει την εποχή της γραφής του. Για αυτό τον λόγο λοιπόν από τη μία η ανάγνωσή του ως ιστορικό κείμενο μάς παρουσιάζει την εβραϊκή κοινωνία της εποχής, ενώ από την άλλη η ανάγνωσή του ως θρησκευτικό κείμενο καθιστά απαραίτητη την ελεύθερη ερμηνεία από το αναγνωστικό κοινό. Είναι λάθος να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε απαρχαιωμένες πρακτικές και ιδεολογίες στη σημερινή εποχή, χωρίς να μπορούμε να αναλύσουμε κριτικά τις συνθήκες με τις οποίες γράφτηκαν αυτά τα δόγματα.

Πηγές:

Aichele, G., 1997. Sign, text, scripture: Semiotics and the Bible (Vol. 1). A&C Black.

Eco, U., 1979. A theory of semiotics (Vol. 217). Indiana University Press.

Ruether, R.R., 2011. Women and redemption: A theological history. Fortress Press.

Ruether, R.R., 2014. Sexism and misogyny in the Christian tradition: Liberating alternatives. Buddhist-Christian Studies, 34, pp.83-94.

Thiselton, A.C., 1997. New horizons in hermeneutics: The theory and practice of transforming biblical reading. Harper Collins. Youtube.com. 2021. Sexism, Feminism and the Bible | University of Aberdeen. [online] Available at: <https://www.youtube.com/watch?v=4OZLL5qQ4yE&t=9s> [Accessed 30 April 2021].