Πηγή εικόνας: literariness.org

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              «Αυτές μητέρες, πόρνες και εργάτριες, άθλιες Φαντίνες, για λίγο ψωμί και κάποια τριαντάφυλλα».                                                                                                      

Το παρόν κείμενο δεν ευαγγελίζεται ότι διαθέτει επαρκές υπόβαθρο, ούτε αξιώνει να γίνει αντιληπτό ως μια άρτια πολιτική ανάλυση. Παραμένει ανοικτό σε κριτική και πιθανόν εμφανίζει πλημμέλειες, ιδεολογικά και λογικά άλματα ή κενά. Φιλοδοξεί ωστόσο, να ανοίξει έναν γόνιμο διάλογο εντός του κινήματος αναφορικά με την κινηματική φεμινιστική διεκδίκηση, τους τιθέμενους στόχους, τις οργανωτικές δομές και τις πρακτικές της. Είναι σημαντικό ιδίως να ξεκινήσει η συζήτηση για το πώς εμφανίζονται οι φεμινιστικές διεκδικήσεις – με ποια αιτήματα και ποιες πρακτικές – εντός του ευρύτερου κινήματος, πώς γίνονται αντιληπτές και πώς αντιμετωπίζονται από αυτό. Ξεκινώντας από το ιδεολογικό υπόβαθρο, οφείλουμε να πούμε πως πίσω από το κείμενο λανθάνει η βούληση για ανάδυση ενός φεμινιστικού κινήματος που προάγει τον συμπεριληπτικό, διαθεματικό, αντικαπιταλιστικό φεμινισμό, συμβαδίζοντας με τις αρχές και τα προτάγματα της επαναστατικής αριστεράς.

Το φεμινιστικό παρόν

Είναι αλήθεια πως σε μια περίοδο έξαρσης της έμφυλης, ετεροπατριαρχικής  βίας σε όλες τις μορφές της, με την ενίσχυση της καταστολής, της (ακρο)δεξιάς και alt-right ρητορικής και την προώθηση μιας συντηρητικής ατζέντας σε όλους τους πολιτικούς άξονες στη χώρα, το φεμινιστικό κίνημα ανταποκρίθηκε κυρίως με τη μορφή πολλών, ταυτόχρονων αυθόρμητων εκδηλώσεων αντίδρασης, διαμαρτυρίας ή έκφρασης αλληλεγγύης,  αποσπασματικών όμως και εξατομικευμένων. Μέσα από τα social media, αλλά και με τις μεγάλες πορείες επ’ αφορμή της υπόθεσης βιασμού στα Πετράλωνα, εκμετάλλευσης και κακοποίησης της 18χρονης στην Ηλιούπολη κοκ, ξεκίνησε να γίνεται ορατή η ανάδυση ενός σύγχρονου συλλογικού υποκειμένου φεμινιστικής διεκδίκησης. Παρόλο όμως, που το τελευταίο διάστημα πλήθος γεγονότων αφύπνισαν τη φεμινιστική συνείδηση, για διάφορους ευρύτερους λόγους δεν κατορθώσαμε να οργανωθούμε μαζικά. Βεβαίως η πανδημία στάθηκε σε μεγάλο βαθμό αιτία να παρέλθουν άπρακτες πολιτικές ευκαιρίες για συσπείρωση του κινήματος και εκδήλωση κινηματικής δράσης, χωρίς να είναι ωστόσο ο μοναδικός λόγος για τη γενικευμένη εικόνα «μουδιάσματος» που το κίνημα απηχεί, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαίος ένας αναστοχασμός γύρω από τα κινηματικά «γιατί» και «πώς».

Ο σεξισμός της αριστεράς

Μια προπαραδοχή στην οποία εσφαλμένα προβαίνουμε συχνά, στο πλαίσιο κινηματικών συζητήσεων και διεργασιών, είναι ότι η έμφυλη ισότητα είναι σήμερα εμπεδωμένη στον αριστερό χώρο. Εκλαμβάνουμε ως δεδομένο ότι ενώ στην (ακρο)δεξιά κατισχύουν οι σεξιστικές, ετεροκανονικές πατριαρχικές αναπαραστάσεις, η αριστερά αντιθέτως έχει επιτύχει να διαμορφώσει έναν ασφαλή χώρο για θηλυκότητες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, δίνοντας φωνή σε όσα πλήττονται όχι μόνο από την ταξική, αλλά και κάθε άλλη καταπίεση – άρα και την έμφυλη. Η συνθλιπτική πραγματικότητα όμως της έμφυλης ανισότητας και βίας, που δεν ελλείπει ούτε από το αριστερό ημισφαίριο, καθώς και τα αργά ή ανύπαρκτα αντανακλαστικά ορισμένων συλλογικοτήτων και μορφωμάτων τού, απέναντι σε παραβιαστικές, παρενοχλητικές ή κακοποιητικές συμπεριφορές που λαμβάνουν χώρα εντός τους, με θύτες «συντρόφους που είναι καλά παιδιά και έχουν προσφέρει πολλά στον αγώνα», φέρνουν στο προσκήνιο τον σεξισμό που ενυπάρχει στο ευρύτερο αριστερό ιδεολογικό και κινηματικό πλαίσιο.

Πρέπει να ειπωθεί πως η παρουσία σε κινηματικούς ή ελευθεριακούς χώρους, του σεξισμού και των πατριαρχικών αντιλήψεων, στάσεων και νοοτροπιών που εμπειρικά διαπιστώνουμε κινούμενα σε αυτούς, σαφώς και δε δύναται να συγκριθεί με τον σεξισμό και τα πατριαρχικά ιδεολογήματα της (ακρο)δεξιάς. Δεν είναι ωστόσο ο καθημερινός σεξισμός με αριστερό πρόσημο αμελητέος, και από κοινού με την έμφυλη καταπίεση που συνολικά δεχόμαστε στο πλαίσιο της κοινωνίας των πατριαρχικών, καπιταλιστικών δομών στην οποία διαβιούμε, αποτελεί έναν ακόμα λόγο να τεθεί πιο επιτακτικά από ποτέ, σε πρώτο πλάνο, το θέμα και της θεωρητικής επεξεργασίας και πολιτικής ανάλυσης που τυγχάνει το έμφυλο ζήτημα από την επαναστατική αριστερά στη χώρα μας.

Η κριτική στις φεμινιστικές προσεγγίσεις και πρακτικές

Μία από τις κυρίαρχες κριτικές που ασκούνται στον σύγχρονο φεμινιστικό αγώνα από φωνές της επαναστατικής αριστεράς (ιδίως σε βάρος εκπροσώπων του ριζοσπαστικού και μεταμοντέρνου/ μεταδομιστικού φεμινισμού, χωρίς όμως να εκφεύγουν της κριτικής ακόμα και μαρξίστριες φεμινίστριες) είναι ότι αυτός συχνά καταλήγει να επιτελεί λειτουργία διασπαστική της ενότητας της εργατικής τάξης, υποσκάπτοντας τον  επαναστατικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Πολλοί σύντροφοι μάς ωθούν να μιλάμε συχνότερα για τον καπιταλισμό και σπανιότερα για την πατριαρχία, να μιλάμε περισσότερο για την ταξική καταπίεση και λιγότερο για την έμφυλη, βλέποντας οι ίδιοι μάλλον ανταγωνιστικές καταπιέσεις, θεωρώντας ότι ο σύγχρονος φεμινισμός αντιμετωπίζει το έμφυλο ζήτημα διαταξικά, τέμνει τις σφαίρες αγώνα και αποπροσανατολίζει το κίνημα από τους αυθεντικούς του στόχους. Τους συντρόφους αυτούς θα τους ακούσετε να καταφέρονται ενάντια στην «πολιτική των ταυτοτήτων», στον «δικαιωματισμό» και στην «πολιτική ορθότητα» - και ίσως σε κάποια σημεία της ρητορικής τους μπερδευτείτε και νομίζετε ότι ακούτε κάποιο αλτ ράιτ παραλήρημα. Βέβαια οι ίδιοι αυτοί σύντροφοι θα δυσκολευτούν ιδιαίτερα να μας εξηγήσουν τι είναι αυτό που ωθεί για παράδειγμα, άνδρες που βγάζουν 400 ευρώ το μήνα, να υπερασπίζονται με πάθος έναν πλούσιο ποδοσφαιριστή ενάντια στην καταγγελία μιας 17χρονης κοπέλας ότι τη βίασε, τι είναι αυτό που τους κάνει να ταυτίζονται με έναν προνομιούχο άνδρα φωνάζοντας ότι άτιμα θηλυκά θέλουν να βάλουν χέρι στα λεφτά του.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η εμβληματική αυτή θεωρητικός του μαρξισμού και επαναστάτρια,  σε άρθρο της γραμμένο το 1912, με θέμα το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, μίλησε για τις «κυρίες της μπουρζουαζίας», τις γυναίκες της αστικής τάξης, αποκαλώντας τες «παράσιτα των παράσιτων του κοινωνικού σώματος» αγνοώντας όπως σωστά επεσήμανε η Katharine Mac Kinnon ότι και οι προλετάριες είναι οι «σκλάβες των σκλάβων». Οι έμφυλες σχέσεις, στο πλαίσιο όποιας τάξης κι αν εξεταστούν, έχουν έναν κοινό παρονομαστή, ο οποίος εμφανίζεται από τάξη σε τάξη με διαβαθμίσεις και διαφοροποιητικά στοιχεία σαφώς, χωρίς να παύει ωστόσο, να βρίσκεται εκεί. Κι αυτός δεν είναι άλλος, από την γυναικεία υποταγή στην ανδρική κυριαρχία ή ευρύτερα, την υποταγή θηλυκοτήτων και μη ηγεμονικών αρρενωποτήτων στον ηγεμονικό ανδρισμό. Τον κοινό αυτό παρονομαστή, μερίδα της αριστεράς είτε δεν τον αναγνωρίζει καν είτε προσπαθεί συστηματικά να τον αποσιωπήσει. Η συλλογιστική που ακολουθείται, είναι πως αν παραδεχτούμε ότι η πατριαρχία εκτός από τον καπιταλισμό, εξυπηρετεί και τους άνδρες, τότε ένα πρωί η γυναίκα εργάτρια θα πιστέψει ότι έχει πιο πολλά κοινά συμφέροντα με τη γυναίκα αστή παρά με τον άνδρα εργάτη, και θα οδηγηθούμε ως εκ τούτου στη διάσπαση της ενότητας της εργατικής τάξης και του κινήματος. Οι ίδιοι σύντροφοι, σε κάθε προσπάθεια να αναδείξουμε τον κοινό παρονομαστή, θα μας κατηγορήσουν για διαταξική αντιμετώπιση του ζητήματος και για ανιστορικές προσεγγίσεις, θα μας μιλήσουν για το κακό που έκανε στο κίνημα ο φεμινισμός των λευκών αστών γυναικών και θα μας πουν πράγματα που κατά πάσα πιθανότητα ήδη ξέρουμε.

Πηγή εικόνας: Alamy Stock Photos

Δεν γίνεται αντικείμενο της ίδια κριτικής βέβαια ο λόγος για τα δικαιώματα των εργαζομένων, των κρατουμένων, των μεταναστών, των προσφύγων, των φυλετικών μειονοτήτων κοκ. Οι δρόμοι θα γεμίσουν - και ορθώς - από  συντρόφους και συντρόφισσες που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας για τον εργαζόμενο πληθυσμό, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στα εφιαλτικά camps συγκέντρωσης για τον προσφυγικό και μεταναστευτικό πληθυσμό ή τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων ενός πολιτικού  κρατουμένου. Αντιθέτως, σε ο, τι αφορά το έμφυλο ζήτημα, ένα μέρος του κινηματικού χώρου αρνείται να αναγνωρίσει  ότι δεν αντίκειται με κανέναν τρόπο στις αρχές της επαναστατικής αριστεράς η διεκδίκηση ενός καλύτερου νομικού και θεσμικού πλαισίου για τις θηλυκότητες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, στο μέτρο που αυτή έχει στόχο όχι μόνο τη διασφάλιση ενός καλύτερου βιοτικού επιπέδου για τις ως άνω ομάδες, αλλά εν τέλει την ίδια τους την επιβίωση. Αιτήματα τα οποία σχετίζονται με τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις, εκλαμβάνονται συχνά ως ένας ρεφορμισμός που υποσκάπτει τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Το ερώτημα που τίθεται εν τέλει προς όλους αυτούς τους συντρόφους - ενίοτε και συντρόφισσες - είναι το ποσό χρήσιμη θεωρούν ότι τους είναι για τον επαναστατικό μετασχηματισμό των παραγωγικών δομών μια γυναικοκτονημένη συντρόφισσα.

Ένα από τα κεντρικά αιτήματα της ΦΥΛ.ΙΣ. (Φοιτητική Ένωση για το Φύλο και την Ισότητα) είναι η αναμόρφωση του θεσμικού και νομικού  πλαισίου, με αλλαγές τόσο σε ευρύτερο πλαίσιο όσο και εντός του Πανεπιστημίου. Ζητάμε έναν υποστηρικτικό μηχανισμό και προστατευτικές δομές, όχι γιατί θεωρούμε ότι με αυτές το σύστημα αλλάζει ουσιωδώς, ούτε διότι πιστεύουμε πως άνευ ετέρου λύνει ένας τέτοιος μηχανισμός κάποιο πρόβλημα χωρίς δική μας παρέμβαση. Αλλά γιατί η ύπαρξη ενός μηχανισμού, παράλληλα με τις δικές μας παρεμβάσεις, την αλληλεγγύη, την άσκηση πίεσης και τις κινηματικές διεργασίες, έχει χειραφετησιακές δυνατότητες. Γιατί ελλείψει ενός τέτοιου μηχανισμού, η μόνη εναλλακτική μιας συντρόφισσας που εξαρτά την επιβίωσή της από την «κακή στιγμή» ενός άνδρα, είναι να εξαρτήσει την επιβίωσή της από μια ομάδα περιφρούρησης συντρόφων, από τους οποίους πολλοί ή κάποιοι πιθανόν θα είναι manarchists και brocialists, που θα πάνε να τον δείρουν με παλούκια.

Στο πλαίσιο αυτό, η αλληλεπίδραση ακόμα και με θεσμικούς φορείς για την εξεύρεση λύσεων, την απομάκρυνση κακοποιητών και λοιπών θυτών από θέσεις εξουσίας κ.λπ. καθίσταται συχνά η μοναδική λύση. Και στο μετρό που η αλληλεπίδραση αυτή δε λειτουργεί απολογητικά για τους συγκεκριμένους φορείς και τις δικές τους ανεπάρκειες, δε ξεπλένει τη δική τους συμμετοχή στη θεμελίωση και διαιώνιση της καταπίεσης, δεν μπορεί και να χαρακτηριστεί ως αθέμιτη.

Κάθε κριτική στις φεμινιστικές προσεγγίσεις και διεκδικήσεις είναι θεμιτή, στο μέτρο που δεν τις απορρίπτει, δεν τις ακυρώνει ως αιτία διάσπασης για το κίνημα και που δεν ασκείται μέσα από το φίλτρο των ανδρικών προνομίων και των εσωτερικευμένων πατριαρχικών αντιλήψεων. Πράγματι, η θέση της κοινωνικής τάξεως ως αναλυτικού εργαλείου στις φεμινιστικές προσεγγίσεις έχει τις τελευταίες δεκαετίες εξασθενήσει, γεγονός που οφείλεται σε διάφορους ευρύτερους λόγους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι μεταδομιστικές και μεταμοντέρνες φεμινιστικές προσεγγίσεις. Είναι σημαντικό σαφώς να ιστορικοποιήσουμε την έμφυλη ανισότητα και να επαναφέρουμε, αξιοποιώντας το αναλυτικό εργαλείο της διαθεματικότητας, την ταξική ανάλυση σε κεντρική θέση. Και για την αριστερά ευρύτερα όμως, όπως ορθώς έχει ειπωθεί, το φύλο, ο πολιτισμός και ο λόγος μπορούν να αναδείξουν τις έμφυλες και πολιτισμικές διαφορές που η ταξική ανάλυση περιορισμένα μόνο θεωρητικοποιεί.

Η ρητορική που βλέπει τον φεμινισμό και τις σύγχρονες πρακτικές του ως αιτία διάσπασης της ενότητας του κινήματος, που βλέπει ανταγωνιστικές καταπιέσεις και θεωρεί ότι ο φεμινισμός και οι «πολιτικές ταυτότητας» διαχωρίζουν τις σφαίρες αγώνα, είναι εν τέλει αυτή που σε μεγάλο βαθμό στρέφει θηλυκότητες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα σε φιλελεύθερες δικαιωματιστικές λογικές, στο πλαίσιο πάντα του σύγχρονου αστικού κράτους.

Για ένα αυτόφωτο φεμινιστικό κίνημα

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ένα αυτόφωτο και αυτοδύναμο εν πολλοίς φεμινιστικό κίνημα, που δίνει φωνή στα καταπιεσμένα από τη φυλετική, ταξική και έμφυλη κυριαρχία άτομα, είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο. Τον πρώτο λόγο για τους στόχους και τα αιτήματα που θα τεθούν, τους τρόπους και τα μέσα διεκδίκησης που θα αξιοποιηθούν, οφείλουν να τον έχουν τα ίδια τα άτομα που καταπιέζονται. Δεν θέλουμε ένα καχύποπτο, εσωστρεφές κίνημα, που στερείται κάθε έννοια κοινωνικής απεύθυνσης και μαζικότητας, που είναι αμείλικτο απέναντι στην πολιτική ανωριμότητα των ίδιων ατόμων, τα συμφέροντα των οποίων ευαγγελίζεται ότι προωθεί, θεωρώντας ότι δύναται να μιλάει εξ ονόματός τους αλλά ερήμην τους. Πατερναλιστικές λογικές και πρακτικές, που τοποθετούν το καταπιεσμένο άτομο στη θέση του παθητικού αποδεκτή της αλληλεγγύης ενός κινήματος, και όχι στη θέση υποκειμένου που ενεργεί, δρα δυναμικά και η φωνή του ακούγεται στην ένταση που πρέπει να την ακούμε, οφείλουν να αποκλειστούν. Τα κινηματικά προτάγματα οφείλουν να τεθούν μέσα από συλλογικές διαδικασίες πολιτικής ζύμωσης, από τα κάτω, στο πλαίσιο των οποίων η πολιτική ανωριμότητα συγχωρείται - χωρίς φυσικά να κάνουμε ιδεολογικές εκπτώσεις - και δίνεται η ευκαιρία στον φορέα της να απαλλαγεί από αυτή και να αντιληφθεί τις ρίζες της καταπίεσης που υφίσταται, ώστε να καταλήξει να την αποτινάξει.