Τη δεκαετία του 1960, το φεμινιστικό κίνημα διχάστηκε ως προς τη στάση του απέναντι στο ζήτημα του κράτους: αφενός υπήρχε η άποψη περί ενσωμάτωσης στο ήδη υπάρχον κράτος, με το επιχείρημα της αποκόμισης οφελών για τους αγώνες που σχετίζονταν με την ισότητα των φύλων και αφετέρου υπήρχε ο φόβος του συμβιβασμού, που για την αντίθετη άποψη ισοδυναμούσε με την προαναφερθείσα ενσωμάτωση. Ο αντίποδας της ενσωμάτωσης στον κρατικό μηχανισμό, δηλαδή της ιδέας που εκπροσωπούσαν οι φιλελεύθερες φεμινίστριες, φαίνεται πως ήταν η διαμόρφωση πολιτικής περί έμφυλων ζητημάτων εξωκρατικά και αυτόνομα, κάτι το οποίο πρεσβεύτηκε από τις ριζοσπάστριες φεμινίστριες (Hay, Lister, Marsh, 2011).

Καθώς οι εν λόγω εξελίξεις αφορούσαν κυρίως τον αγγλοαμερικανικό χώρο, είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως την ίδια περίοδο, το Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Movement) στις ΗΠΑ αποτελούσε ήδη ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην πολιτική ατζέντα, διεκδικώντας την πάταξη των καθιερωμένων ρατσιστικών πρακτικών του κράτους, της αφαίρεσης πολιτικών δικαιωμάτων από αφροαμερικάνους πολίτες και του φυλετικού διαχωρισμού. Η δυσαρέσκεια των μαύρων γυναικών αφενός με την αδιαφορία του Κινήματος για το έμφυλο ζήτημα και αφετέρου με την έλλειψη εκπροσώπησης από τα ήδη υπάρχοντα φεμινιστικά κινήματα, οδήγησαν στη δημιουργία του φεμινιστικού κινήματος των μαύρων γυναικών ή μαύρου φεμινισμού (black feminism)⋅ υπάρχουν, μάλιστα, αναφορές για κατάληψη όλων των ηγετικών θέσεων από άντρες εντός των ομάδων και των συλλογικοτήτων μαύρων ακτιβιστών, ενώ αρκετές φορές οι γυναίκες αισθάνονταν πως τα αιτήματά τους για ισότητα δεν εκφράζονταν επαρκώς μέσα από το ίδιο το Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων (Collins, 2007). Στη θεωρία του μαύρου φεμινισμού, κεντρική θέση έχει η έννοια της διαθεματικότητας (intersectionality)⋅ ο όρος δημιουργήθηκε από τη νομική επιστήμονα και  μελετήτρια Kimberlé Williams Crenshaw το 1989, με σκοπό να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι επιμέρους κοινωνικές και πολιτικές  ταυτότητες -το να είσαι μαύρη και το να είσαι γυναίκα,στην προκειμένη περίπτωση- περιπλέκονται δημιουργώντας διαφορετικές μορφές περιθωριοποίησης και διακρίσεων (Crenshaw, 1989). Παράλληλα, η θεωρία του μαύρου φεμινισμού εναποθέτει την προέλευση του ρατσισμού, του σεξισμού και των ταξικών διακρίσεων στο ίδιο ιεραρχικό σύστημα, την ιμπεριαλιστική, λευκοκρατική, καπιταλιστική πατριαρχία (Collins, 2007).

Δείγματα της μαύρης φεμινιστικής θεωρίας εντοπίζονται ακόμη από το 19ο αιώνα: η Sojouner Truth, που έβγαλε λόγο στο Συνέδριο για τα Δικαιώματα των Γυναικών στο Οχάιο το 1851 με τίτλο «Ain’t I A Woman?», η Anna Julia Cooper με το βιβλίο της «Α Voice From The South» το 1892,  και η πολιτική ακτιβίστρια Ida B.Wells, η οποία ερεύνησε εκτενώς τις περιπτώσεις λιντσαρίσματος μαύρων πολιτών από λευκούς συμπολίτες τους στον αμερικανικό Νότο. Αργότερα, η Wells υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της National Association for the Advancement of Colored People (NAACP ή Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ατόμων) το 1909, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Το 1896, στο πρώτο Ετήσιο Συνέδριο της Εθνικής Ομοσπονδίας Αφρο-Αμερικανών Γυναικών στην Ουάσινγκτον, ιδρύθηκε η Εθνική Ένωση Έγχρωμων Γυναικών, έπειτα από τη συνένωση της Εθνικής Ομοσπονδίας Αφρο-Αμερικανών Γυναικών, τη Λέσχη Γυναικών της Βοστώνης και το Σύνδεσμο Έγχρωμων Γυναικών της Ουάσινγκτον. Η Ένωση διατήρησε την αρχική της ονομασία μέχρι το 1904, όταν μετονομάστηκε σε Εθνική Ένωση Ομίλων Έγχρωμων Γυναικών, τίτλο τον οποίο διατηρεί μέχρι και σήμερα⋅ στη διάρκεια των δεκαετιών δράσης της, η Ένωση έχει παράσχει έργο κοινωνικού ακτιβισμού κατά των ανισοτήτων, μεριμνώντας για τη μόρφωση μαύρων γυναικών και των οικογενειών τους, παρέχοντάς τους παράλληλα οικονομική στήριξη (Peterson, 2019).

Στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, τέθηκαν ισχυρότερες οι θεωρητικές βάσεις του μαύρου φεμινιστικού κινήματος: έργα όπως η αυτοβιογραφία της καθηγήτριας και ακτιβίστριας Mary Church Terell «A Colored Woman In A White World» (1940), η διατριβή της Esther V. Cooper με τίτλο «The Negro Woman Domestic Worker in Relation to Trade Unionism» (1940) και το άρθρο της Claudia Jones «An End to the Neglect of the Problems of the Negro Woman» (1949) έστρεψαν την προσοχή στα εμπόδια και τα προβλήματα που πραγματικά έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι μαύρες γυναίκες της εποχής (Easley Armstrong, 2012).

 Το 1960, αναδύεται το δεύτερο φεμινιστικό κύμα το οποίο αν και παρουσιάζεται ριζοσπαστικότερο από το πρώτο, ενδιαφέρεται ελάχιστα για τις μαύρες γυναίκες και για την επιβαρυμένη κοινωνική τους θέση⋅ το κράτος ορίζεται ως όργανο με έμφυτα πατριαρχικό χαρακτήρα, οι φεμινιστικές μελέτες εντρυφούν όλο και περισσότερο στις διακρίσεις κατά των γυναικών εντός κοινωνικών και συστημικών δομών, όμως απουσιάζει η συζήτηση και η ευαισθητοποίηση γύρω από τις φυλετικές διακρίσεις και την περιθωριοποίηση κατά των μαύρων γυναικών (Hay, Lister, Marsh, 2011). Την εποχή εκείνη, επίσης, οι φεμινίστριες αγωνίζονταν για το δικαίωμά τους να εργάζονται εκτός σπιτιού και για την αναγνώριση των αναπαραγωγικών τους δικαιωμάτων, ενώ οι μαύρες γυναίκες, λόγω ταξικών ανισοτήτων και φτώχειας, ήταν αναγκασμένες να εργάζονται αρκετές ώρες εκτός σπιτιού, ενώ υποβάλλονταν παρά τη θέλησή τους σε διαδικασίες αναγκαστικής στείρωσης, κάτι το οποίο δεν είχαν να αντιμετωπίσουν οι λευκές γυναίκες, σύμφωνα με την ακτιβίστρια και φεμινίστρια Angela Davis στο βιβλίο της «Women, Race and Class»  (Brenner, Luce, 2006). Παρά την έλλειψη αντιπροσώπευσης, υπήρξαν μαύρες φεμινίστριες με σημαντική συμβολή στο δεύτερο φεμινιστικό κύμα, όπως η δικηγόρος Florynce Kennedy, δημιουργός ενός από τα πρώτα βιβλία σχετικά με τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών ονόματι «Abortion Rap» (1971).

 Η δυσαρέσκεια των μαύρων γυναικών όχι μόνο απέναντι στην εξέλιξη των φεμινιστικών διεκδικήσεων αλλά και απέναντι στην έλλειψη αναφοράς στα γυναικεία δικαιώματα εντός του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίησή τους στη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 (Brenner, Luce 2006). Οι γυναίκες έρχονταν συχνά αντιμέτωπες με σεξιστικές συμπεριφορές που εκδηλώνονταν εντός των δομών οργανώσεων για τα Πολιτικά Δικαιώματα, καθώς οι θέσεις που βρίσκονταν υψηλά στην οργανωτική ιεραρχία διανείμονταν αποκλειστικά σε άντρες (Delaney, 2010). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ella Baker, η οποία έγραψε για την απουσία διαλόγου γύρω από το έμφυλο ζήτημα σε συναντήσεις μελών της NAACP και της SCLC (Southern Christian Leadership Council) και ίδρυσε την οργάνωση SNCC (Student Nonviolent Coordinating Committee), εφαρμόζοντας τις αρχές της ισότητας και της ισονομίας και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των γυναικών και τις διεκδικήσεις τους (Delaney, 2010).

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, οι ομοφυλόφιλες μαύρες γυναίκες ξεκίνησαν να δημιουργούν δικές τους οργανώσεις, λόγω της απουσίας αντιπροσώπευσης όχι μόνο από τις ετεροφυλόφιλες μαύρες γυναίκες, αλλά και από τη λευκή κοινότητα των ομοφυλόφιλων ατόμων (Peterson, 2019). Οι Salsa Soul Sisters και η Combahee River Collective, με τη χαρακτηριστική δήλωσή τους το 1977, είναι οι κυριότερες από αυτές. Το 1983, η Alice Walker, συγγραφέας του βραβευμένου μυθιστορήματος «The Colour Purple», επινόησε τον όρο «womanist», με σκοπό να περιγράψει τις μαύρες φεμινίστριες, ενώ το βιβλίο της Audre Lorde «Sister Outsider» έριξε φως στη ζωή μίας περιθωριοποιημένης μαύρης ομοφυλόφιλης γυναίκας, μέσα από αυτοβιογραφικά δοκίμια και κείμενα (Peterson,2019).

Το πρωτότυπο εξώφυλλο της δήλωσης της κολλεκτίβας Combahee River (πηγή: blackpast.org)

Η ανάδειξη του διαδικτυακού ακτιβιστικού hashtag #BlackLivesMatter από το 2013, με αφορμή τη δολοφονία ενός νεαρού μαύρου άντρα από αστυνομικούς, έφερε ξανά στο προσκήνιο τα δικαιώματα των μαύρων γυναικών και τις συζητήσεις γύρω από την επιβαρυμένη κοινωνική, πολιτική και ταξική τους κατάσταση, αλλά και γύρω από το κοινωνικοπολιτικό status quo που επιτρέπει τη διαιώνιση αυτών των ανισοτήτων (Crenshaw, 2014). Σήμερα, το μαύρο φεμινιστικό κίνημα παρουσιάζεται ριζοσπαστικοποιημένο και τοποθετεί στο επίκεντρο κατά κύριο λόγο τα δικαιώματα και την προστασία των μαύρων μελών της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, σε αντίθεση με τις προηγούμενες δεκαετίες που, όπως παρατηρήσαμε, διεκδικούσε ίσα δικαιώματα κυρίως για τις ετεροφυλόφιλες μαύρες γυναίκες.


Από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οι διεκδικήσεις των μαύρων γυναικών σηκώνουν το βάρος των ρατσιστικών, καπιταλιστικών και σεξιστικών συστημικών δομών που καλούνται να αντιμετωπίσουν, να ανατρέψουν και να θέσουν υπό το μικροσκόπιο της αμφιβολίας. Οι μαύρες φεμινίστριες διαχώρισαν συνειδητά τα αιτήματά τους από τις λευκές φεμινίστριες, τους μαύρους άντρες και τη λευκή ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, έχοντας αναπτύξει διαχρονικό έργο το οποίο επιμένει στην εξής πεποίθηση: μία θεωρία η οποία δεν περικλείει όλες τις εμπειρίες όλων των γυναικών και δεν αγωνίζεται για τα δικαιώματά τους, δε μπορεί να εξασφαλίσει το δρόμο προς πλήρη ισότητα και πλήρη ελευθερία.

Βιβλιογραφία

Khan Academy, Introduction to the Civil Rights Movement. Ανακτήθηκε από: https://www.khanacademy.org/humanities/us-history/postwarera/civil-rights-movement/a/introduction-to-the-civil-rights-movement

Easley Armstrong, Trena. The hidden help: black domestic workers in the Civil Rights Movement, 2012. University of Louisville. Ανακτήθηκε από: https://ir.library.louisville.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1045&context=etd

About NACWC, National Association of Colored Women’s Clubs. Ανακτήθηκε από: https://www.nacwc.com/history

Collins Hill, Patricia. Defining Black Feminist Thought, 1990. Ανακτήθηκε από: http://www.feministezine.com/feminist/modern/Defining-Black-Feminist-Thought.html

Crenshaw, Kimberle. Demarginalizing the Intersection of Race and Sex: A Black Feminist Critique of Antidiscrimination Doctrine, Feminist Theory and Antiracist Politics, 1989. The University of Chicago Legal Forum. Ανακτήθηκε από: https://philpapers.org/rec/CREDTI

Delaney, Paul. Dorothy Height and the Sexism of the Civil Rights Movement, 2010. The Root. Ανακτήθηκε από: https://www.theroot.com/dorothy-height-and-the-sexism-of-the-civil-rights-movem-1790879502

Crenshaw, Kimberle. The urgency of intersectionality, 2016. TedXWomen. Ανακτήθηκε από; https://www.ted.com/talks/kimberle_crenshaw_the_urgency_of_intersectionality/transcript

Peterson, Max. The Revolutionary Practice of Black Feminisms, 2019. National Museum of African American History & Culture. Ανακτήθηκε από: https://nmaahc.si.edu/explore/stories/collection/revolutionary-practice-black-feminisms

A Black Feminist Statement, 2019. The Monthly Review. Ανακτήθηκε από: https://monthlyreview.org/2019/01/01/a-black-feminist-statement/

Brenner, Mark, Luce, Stephanie, Women and Class: What Has Happened in Forty Years?, 2006. The Monthly Review. Ανακτήθηκε από: http://monthlyreview.org/2006/07/01/women-and-class-what-has-happened-in-forty-years/

Hay Colin, Lister Michael, Marsh David, Το Κράτος: Θεωρίες και Προσεγγίσεις, 2011. Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα.

Πηγή εικόνων: 1, 2