Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε -και εξακολουθεί να αποτελεί μέχρι σήμερα- σημαντική κατάκτηση για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και ιδίως, των διεμφυλικών προσώπων.

Δίνοντας το νομοθετικό και νομολογιακό πανόραμα της εποχής κατά την οποία η απόφαση - σταθμός πάρθηκε, οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως τόσο οι εθνικοί νομοθέτες όσο και οι δικαστικές αποφάσεις εμφανίζονταν ιδιαίτερα διστακτικοί όσον αφορά την ουσιαστική κατοχύρωση και προστασία των τρανς ατόμων. Οι συνθήκες που επικρατούσαν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σαφέστατα άσκησαν έντονη επιρροή και ενέτειναν τη διστακτικότητα αυτή. Η παθολογικοποίηση της τρανς ταυτότητας και η ένταξή της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στην κατηγορία των ψυχικών διαταραχών, η απουσία σαφούς και ομοιόμορφου νομοθετικού πλαισίου στα ευρωπαϊκά κράτη ως προς την αναγνώριση της ταυτότητας των διεμφυλικών προσώπων, αλλά και οι απαρχαιωμένες και σαθρές αντιλήψεις της κοινωνίας της πλειονότητας των κρατών-μελών αναχαίτισαν τις προσπάθειες για εξασφάλιση ουσιαστικής ισότητας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήρθη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), η υπόθεση Goodwin. Όσον αφορά στα πραγματικά περιστατικά, η υπόθεση αφορούσε την Christine Goodwin, μία 65χρονη τρανς γυναίκα, η οποία από την παιδική της ηλικία επέδειξε στοιχεία διεμφυλικότητας. Μάλιστα, οδηγήθηκε από τους γονείς της στη βάρβαρη και πλέον, ιδιαίτερα κατακριτέα διαδικασία της «Θεραπείας μέσω αποστροφής» (aversion therapy), προχώρησε σε ορμονοθεραπεία ήδη από το 1985, ενώ το 1990 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού του φύλου, το κόστος της οποίας καλύφθηκε πλήρως από τον εθνικό φορέα ασφάλισης της Βρετανίας NHS (National Health Security).

Παρόλα αυτά, στα δημόσια έγγραφα παρουσιαζόταν ακόμη ως άνδρας, γεγονός που της προκαλούσε αρνητικά συναισθήματα, καθώς ήταν υποχρεωμένη να αποκαλύπτει σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς, όπως ο χώρος εργασίας, πως υπεβλήθη σε επαναπροσδιορισμό του φύλου της. Επιπλέον, ενημερώθηκε πως θα έπρεπε να πληρώνει τις συνταξιοδοτικές της εισφορές μέχρι την ηλικία των 65 ετών, όριο που προβλεπόταν για τους άνδρες, σε αντίθεση αυτό των 60 ετών το οποίο προβλεπόταν για τις γυναίκες. Έτσι, η προσφεύγουσα κατήγγειλε την απουσία αναγνώρισης του επαναπροσδιορισθέντος φύλου της, ιδίως στα ζητήματα απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης και συνταξιοδοτήσεως, ενώ παράλληλα, υπέστη διάκριση όσον αφορά το δικαίωμά της στο γάμο, καθώς επιθυμούσε να συνάψει γάμο με άντρα το οποίο δεν της επετράπη.

Έτσι, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ ισχυριζόμενη πως παραβιάστηκαν δικαιώματά της που απορρέουν από τα άρθρα 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), 12 (δικαίωμα συνάψεως γάμου) 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) και 14 (απαγόρευση των διακρίσεων).

Την ίδια περίοδο προσέφυγε στο δικαστήριο μια 47χρονη τρανς γυναίκα, η «Ι», η οποία αρνήθηκε να προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης σε αιτήσεις που είχε υποβάλει τόσο για λήψη δανείου όσο και για πρόσληψη στις φυλακές σε θέση διοικητικής υπαλλήλου, καθώς δεν ήθελε ούτε εκείνη να αποκαλύψει τον επαναπροσδιορισμό στον οποίο είχε προβεί. Τόσο η Christine Goodwin όσο και η Ι προσέφυγαν το ίδιο διάστημα στο ΕΔΔΑ, καθώς το σύστημα του Βρετανικού Κράτους όσον αφορά τη σύνταξη των δημοσίων εγγράφων, τη δυνατότητα αναθεώρησής τους και κατ’ επέκταση, τις συνέπειες που επέφεραν αυτά στην καθημερινή ζωή των ιδιωτών προκαλούσαν σημαντικά προβλήματα και σύγχυση.

Λαμβάνοντας υπόψη πως το Δικαστήριο, αλλά και οι εθνικές αρχές των κρατών, την εποχή εκείνη βρίσκονταν ακόμα σε σύγχυση όσον αφορά τη διάκριση του βιολογικού από το κοινωνικό φύλο και τη σημασία που είναι δέον να δίνεται στην προστασία και το σεβασμό ως προς το δεύτερο, το ΕΔΔΑ προέβη σε μια καινοτόμο απόφαση. Συγκεκριμένα, αναγνώρισε πως παρατηρείτο μια συνεχής νομική αναγνώριση από τη διεθνή κοινότητα προς την ταυτότητα των διαφυλικών προσώπων, αλλά και την κοινωνική αποδοχή της. Έτσι, έκρινε η αρχή της δίκαιης εξισορρόπησης «έκλινε» αυτή τη φορά υπέρ της προσφεύγουσας. Σε αυτή του την απόφαση τόνισε πως δεν υπάρχει κάποιο δημόσιο συμφέρον το οποίο να αντιστρατεύεται το συμφέρον της Christine.

Επίσης, αναγνώρισε για πρώτη φορά, κατά παρέκκλιση της πάγιας μέχρι τότε, θέσης του και παραβίαση του άρθρου 12 το οποίο αφορά το δικαίωμα συνάψεως γάμου και ιδρύσεως οικογένειας. Το ΕΔΔΑ σε αυτή την περίπτωση προέβη πράγματι σε αναγνώριση της διάκρισης μεταξύ του βιολογικού και του επαναπροσδιορισθέντος –κοινωνικού- φύλου. Ειδικότερα, «κλειδί» στην απόφαση αποτελεί η θέση ότι η μη μεταβολή των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου, δηλαδή ένα αμιγώς βιολογικό κριτήριο, δεν καθορίζει το φύλο του.  Ο περιορισμός ως προς το άρθρο 12, στην παρούσα τουλάχιστον υπόθεση δεδομένου ότι η αιτούσα επιθυμούσε να συνάψει γάμο με άνδρα, φαίνεται υπέρμετρος, για αυτό και αναγνωρίστηκε παραβίαση του συγκεκριμένου άρθρου.

Η απόφαση αυτή αναμφισβήτητα αποτέλεσε σταθμό στη σταδιοδρομία των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, καθώς έθεσε τις βάσεις για την αποδέσμευση των ατόμων από τις νόρμες και τους κοινωνικούς ρόλους που αποδίδονται σε αυτά από τη γέννησή τους βάσει του βιολογικού φύλου. Η σταδιακή αποδέσμευση από ντετερμινιστικούς όρους αποτελεί οπωσδήποτε μια επίπονη διαδικασία η οποία ωστόσο, κρίνεται παραπάνω από επιβεβλημένη στη σύγχρονη εποχή. Η απόφαση αυτή επίσης, συνέβαλε στη δημιουργία δύο χρόνια αργότερα, το 2004, του Gender Recognition Act, δηλαδή ενός πιστοποιητικού αναγνώρισης φύλου. Έτσι, ξεκίνησαν να παρατηρούνται τα πρώτα ουσιαστικά βήματα αναγνώρισης του δικαίωματος στην προσωπική αυτονομία, του δικαιώματος διασφάλισης της δημόσιας και νομικής αναγνώρισης των ιδιωτικών επιλογών, στις οποίες υπάγεται και η ελευθερία αυτοκαθορισμού του προσώπου.

Εντούτοις, η υπόθεση της Christine Goodwin δεν κατάφερε να επιφέρει πλήρη ανατροπή της νομολογιακής πρακτικής η οποία εξακολούθησε να τηρεί διστακτική στάση ως προς την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, σε περιπτώσεις που έκρινε πως το δημόσιο συμφέρον υπερτερούσε του ιδιωτικού. Μια αντίληψη που εύκολα γίνεται αντιληπτό πως πηγάζει από τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και πρότυπα. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ δεν προέβη σε εξέταση του άρθρου 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που απαγορεύει τις άμεσες και έμμεσες διακρίσεις σε βάρος προσώπων εξαιτίας κάποιου προστατευόμενου χαρακτηριστικού, όπως είναι κι αυτό της γενετήσιας ελευθερίας και του φύλου -βιολογικού ή κοινωνικού- με την αιτιολογία πως τα σχετικά με την υπόθεση ζητήματα εξετάστηκαν επαρκώς υπό το πρίσμα των άρθρων 8 και 12 που προστατεύουν άλλα έννομα αγαθά. Η αστοχία δηλαδή, της κρίσης του Δικαστηρίου έγκειται στο γεγονός ότι το ίδιο δεν προέβη σε σύγκριση της κατάστασης την οποία βίωνε η Christine Goodwin και εν γένει τα διεμφυλικά άτομα, με εκείνη που βίωναν τα ετερόφυλα τα οποία ασφαλώς βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση στο νομικό -και όχι μόνο- επίπεδο.

Πηγές:

· https://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/1510-FRA-CASE-LAW-HANDBOOK_EL.pdf

· https://hudoc.echr.coe.int/eng-press#{%22itemid%22:[%22001-60596%22]}

· http://ejournals.lib.auth.gr/XVLaw/article/view/6786/6541

· https://www.sakkoulas.gr/ext/docs/uploads/pdf/iatriko-dikaio/Sakkoulas_Pub_SA_Iatriko_Dikaio_038.pdf