Μαρκήσιος ντε Σαντ: Ο ερωτισμός ως έγκλημα/το έγκλημα ως ερωτισμός

Σε ένα μπουντουάρ η κυρία ντε Σαιντ Ανζ, ο ιππότης αδερφός της και ο αχαλίνωτος Ντολμανσέ μυούν την έφηβη Ευγενία στον κόσμο της ηδονής. Αφού έχουν προηγηθεί όργια, διεισδύσεις κάθε λογής και μακρείς μονόλογοι για τη δικαιολόγηση των ηδονικών τάσεων, μένει το τελευταίο μάθημα για την Ευγενία. Σε λίγο θα έρθει η συντηρητική μητέρα της, η οποία θα επιχειρήσει να συνετίσει την κόρη της. Η φιλήδονη παρέα έχει άλλη γνώμη όμως: θα γδύσουν, θα μαστιγώσουν, θα γρονθοκοπήσουν και θα βιάσουν την κα ντε Μεστιβάλ (μητέρα της Ευγενίας) και η ίδια η κόρη της θα της προσφέρει τα οπίσθιά της. Τέλος, ως καταληκτική τιμωρία, ο Ντολμανσέ θα εκσπερματώσει μέσα της, θα της ράψει με μια βελόνα τον πρωκτό και θα αναφωνήσει «Πάντα τρώω με περισσότερη όρεξη και κοιμούμαι πιο ειρηνικά όταν έχω βουτήξει ικανοποιητικά σ’ αυτό που οι ηλίθιοι ονομάζουν έγκλημα».

Έτσι κλείνει το βιβλίο Η φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, του ταγμένου αιρετικού Μαρκήσιου ντε Σαντ. Σοκαριστική σκηνή, σίγουρα. Πριν όμως αναφωνήσουμε σαν δήθεν έκπληκτες και θιγμένες γιαγιάδες για την προαναφερθείσα «ανηθικότητα», ας δούμε λίγο το πώς ο Μαρκήσιος ντε Σαντ αποτελεί ένα παράδοξο για το φεμινιστικό κίνημα και πώς θέτει κάποια καίρια ερωτήματα για τη σεξουαλικότητα και τα όριά της.

Σε μια περίτεχνη σύνοψη της σαδικής φιλοσοφίας, ο George Bataille σημειώνει:

«Το σύστημα του Σαντ είναι η καταστροφική μορφή του ερωτισμού. Η ηθική απομόνωση σημαίνει το άφημα των φρένων: δίνει το βαθύ νόημα της δαπάνης. Όποιος αποδέχεται την αξία του άλλου, κατ’ ανάγκην περιορίζεται. Ο σεβασμός για τον άλλο τον θολώνει και τον εμποδίζει να μετρήσει την εμβέλεια του μόνου πόθου τον οποίο δεν εξαρτά η επιθυμία αύξησης ηθικών ή υλικών πόρων. […] Η αλληλεγγύη για τους άλλους εμποδίζει έναν άνθρωπο να έχει κυρίαρχη στάση. Ο σεβασμός του ανθρώπου για τον άνθρωπο μπάζει σ’ έναν κύκλο δουλικότητας όπου δεν έχουμε πια άλλο από εξαρτημένες στιγμές, όπου τελικά μας λείπει ο σεβασμός που είναι το θεμέλιο της στάσης μας, αφού στερούμε γενικά τον άνθρωπο από τις κυρίαρχες στιγμές του» (Μελέτες για τον Ερωτισμό, σ. 37).

Για τον Σαντ, λοιπόν, ο σεβασμός για τον άλλον αποτελεί μία τροχοπέδη, ένα περιττό βάρος. Ο κυρίαρχος άνθρωπος δεν πρέπει να θέσει εμπόδια στην απόλαυσή του. Και η ενσυναίσθηση ή η συμπόνια απλώς τον κρατάνε πίσω: «Ο Σαντ το απαιτεί: για να γίνει το πάθος ενέργεια, πρέπει να καταπιεστεί, να αυτονομηθεί περνώντας από μια απαραίτητη στιγμή αναισθησίας· τότε θα είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο» (Bataille, Μελέτες για τον Ερωτισμό, σ. 39).

Ο ίδιος ο Σαντ το επιβεβαιώνει σε έναν από τους μακρείς μονολόγους του: «Μόνο για εγωιστικούς λόγους πρέπει να αγαπάμε τους άλλους· το να τους αγαπάμε για τον ίδιο τους τον εαυτό είναι βλακεία […] τίποτα δεν είναι τόσο εγωιστικό όσο η φύση· ας είμαστε λοιπόν κι εμείς εγωιστές αν θέλουμε να ζήσουμε σύμφωνα με τις επιταγές της» (Η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, σ. 131).

Εύκολα καταλαβαίνουμε πως αυτή η στάση οδηγεί σε φόνους, σε βιαιοπραγίες, σε βιασμούς και σε εγκλήματα κάθε λογής. Υπό αυτήν την έννοια, ο Σαντ είναι ενάντια στο πρόγραμμα του φεμινισμού ή γενικά οποιασδήποτε ιδεολογίας που σκοπεύει στην ισότητα. Ο Σαντ μας το υπενθυμίζει εμφατικά: «Εάν, λοιπόν, είναι αναμφισβήτητο ότι η φύση μάς παρέχει το δικαίωμα να εκφράζουμε αδιακρίτως την επιθυμία μας σε κάθε γυναίκα, καθίσταται κατά τον ίδιο τρόπο αναμφισβήτητο το ότι έχομε το δικαίωμα ν’ αποσπάσουμε την υποταγή της με τη βία […] κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχουμε το δικαίωμα να εκδώσουμε νόμους που θ’ αναγκάζουν τη γυναίκα να ενδίδει στη φλόγα όποιου την επιθυμεί· εφόσον η βία περιλαμβάνεται σε αυτό το δικαίωμα, μπορούμε να την εφαρμόσουμε νόμιμα […] ο νόμος λοιπόν που θα τις υποχρεώνει να εκπορνεύονται, όσο συχνά και μ’ όποιο τρόπο εμείς επιθυμούμε […], που θα τις βιάζει όταν αντιδρούν και θα τις τιμωρεί όταν σκορπίζονται ή τεμπελιάζουν, αποδεικνύεται ένας από τους πιο φιλοδίκαιους και ενάντιά του δε θα μπορεί να υψωθεί καμιά λογική ή δίκαια άρνηση» (Η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, σ. 173-174).

Λόγια που εξοργίζουν όλους και όλες, ανεξάρτητα από το αν διάκεινται φιλικά προς τον φεμινισμό ή όχι. Ως τώρα, το πορτρέτο του Σαντ που έχουμε ζωγραφίσει είναι ενός αδίστακτου ανθρώπου, ο οποίος στο όνομα της ηδονής υμνεί την βία και το έγκλημα.

Και τότε τι δουλειά έχει ένα κείμενο για τον Σαντ σε μια φεμινιστική σελίδα;

Είναι άδικο και κοντόφθαλμο να σκιαγραφήσουμε τον Μαρκήσιο ντε Σαντ μόνο  υπό αυτό το πρίσμα. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος συγγραφέας χαράσει τον δρόμο προς μια σεξουαλική απελευθέρωση, σπάζοντας τα φράγματα της μονογαμίας και της αυστηρής ετεροφυλοφιλίας, υμνώντας το ελεύθερο σεξ, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Άλλωστε, ο Σαντ εξισώνει την Φύση με ό,τι συμβαίνει και επομένως δεν γνωρίζει περιορισμούς στους δρόμους που μπορεί να πάρει η ηδονή. Αιδώς, ντροπή, ενοχή δεν σημαίνουν τίποτα για αυτόν. Η ετεροφυλοφιλία έχει την ίδια αξία με την ομοφυλοφιλία, το σεξ για αναπαραγωγή έχει την ίδια αξία με το πρωκτικό σεξ (μάλιστα στη Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ ο Ντολμανσέ δείχνει μια ξεκάθαρη προτίμηση στο δεύτερο).

Μόνο ένα προοδευτικό πνεύμα θα μπορούσε –στα τέλη του 18ου αιώνα– να γράψει τις ακόλουθες αράδες: «Κόρες ηδονικές, δώστε το κορμί σας όσο μπορείτε! Κάνετε έρωτα, διασκεδάστε, αυτό είναι το ουσιώδες. […]. Το επαναλαμβάνω, διασκεδάστε· αλλά μην αγαπήστε καθόλου· και μη προσπαθείτε, προπάντων, να κάνετε άλλους να σας αγαπήσουν· δε ζείτε για να εξαντλείστε σε θρήνους, να σπαταλιέστε σε αναστεναγμούς, σε γλυκοκοιτάγματα, σε ραβασάκια· κάνετε έρωτα, πολλαπλασιάστε κι αλλάξετε συχνά τους εραστές σας, προπάντων αντισταθείτε αποκλειστικά στο σκλάβωμά σας από ένα αποκλειστικό άτομο, γιατί το αποτέλεσμα αυτής της σταθερής αγάπης θα ήταν να δεθείτε με αυτό, θα ήταν εμπόδιο στο δόσιμό σας σε ένα άλλο, θα ήταν ένας σκληρός εγωισμός που σύντομα θα γινόταν μοιραίος για τις ηδονές σας» (Η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, σ. 130).

Εδώ βλέπουμε την εσωτερική αντίθεση του Σαντ. Από τη μια προβάλλει μία ηδονή για όλους/ες, χωρίς περιορισμούς ή αιδώ, και από την άλλη αυτή η ηδονή μετατρέπεται σε μια αναισθησία, σε μια απαθή βία όπου πια ο άλλος περιπίπτει σε κατάσταση αντικειμένου. Αυτή η παραδοξότητα φαίνεται και στη μορφή του κειμένου. Από τη μία έχουμε έντονες και γρήγορες περιγραφές ηδονικών πράξεων και από την άλλη πέφτουμε σε τεράστιους μονολόγους που συνήθως ανάγουν τη βία σε νόμο-δεσπότη. Όπως πολύ σωστά λέει ο Bataille το να μιλάς για τον Σαντ είναι από μόνο του ένα παράδοξο.

Έτσι, στο πρόσωπο του Μαρκήσιου ντε Σαντ υπάρχει μια ευκαιρία και ένα ρίσκο. Μπορούμε να δούμε σε αυτόν τη χάραξη ενός δρόμου για μια ελεύθερη σεξουαλικότητα, για ισάξια αντιμετώπιση των cis και των LGBTQ+ ατόμων, για την απελευθέρωση της γυναίκας από τα μονογαμικά δεσμά και τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους. Και από την άλλη διατρέχουμε το ρίσκο να πέσουμε στη βία-ηδονή, στη χρησιμοποίηση του άλλου, στην αναισθησία, στην απάθεια του κυρίαρχου ανθρώπου. Ο Σαντ φυτεύει το ρόδο του ελεύθερου ηδονισμού από όπου πηγάζουν -και το ξέρει- τα αγκάθια της αχαλίνωτης βιαιότητας. Είναι στο χέρι μας –ως φεμινιστ(ρι)ες– να φροντίσουμε και να καλλιεργήσουμε σωστά αυτό το λουλούδι, ώστε να το επανεδαφικοποιήσουμε στα δικά μας χωράφια και στους δικούς μας σκοπούς – όπου πλέον δεν θα μας τρυπάνε τα αιματηρά αγκάθια του.

«Ηδονιστές όλων των ηλικιών, όλων των φύλων, σε σας και μόνο προσφέρω αυτό το έργο· τραφείτε με τις αρχές του: ευνοούν τα πάθη σας, πάθη για τα οποία σας φοβερίζουν οι πεζοί ηθικολόγοι· πάθη που δεν είναι, ωστόσο, παρά τα μέσα που χρησιμοποιεί η Φύση για να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τους σκοπούς που του προδιαγράφει· δώστε αυτί μονάχα σ'αυτές τις γλυκές παρορμήσεις, γιατί μόνο η δική τους φωνή μπορεί να σας οδηγήσει στην ευτυχία” (Μαρκήσιος Ντε Σαντ, Πρόλογος στη Φιλοσοσφία στο Μπουντουάρ).

Πηγή εικόνας: Wikipedia