Εμείς που στεκόμαστε έξω από τον κύκλο του ορισμού της κοινωνίας για τις ‘αποδεκτές’ γυναίκες- εμείς που διαμορφωθήκαμε από τις μεταβλητές των διαφορών μας- εμείς που είμαστε φτωχές, λεσβίες, μαύρες, ηλικιωμένες- γνωρίζουμε ότι η επιβίωση δεν είναι μία ακαδημαϊκή ικανότητα. Είναι να μάθουμε πώς να στεκόμαστε μόνες μας, αφανείς και κάποιες φορές διασυρμένες, και πώς να βρούμε κοινούς σκοπούς με όσους άλλους θεωρούνται ως εκτός των δομών, ώστε να προσδιορίσουμε και να αναζητήσουμε έναν κόσμο όπου όλοι μπορούμε να ευδοκιμήσουμε. Είναι να μάθουμε να παίρνουμε τις διαφορές μας και να τις κάνουμε δύναμη. Γιατί τα εργαλεία του αφεντικού δε θα αποξηλώσουν ποτέ το σπίτι του. Μπορεί να μας επιτρέψουν προσωρινά να τον νικήσουμε στο παιχνίδι του, αλλά ποτέ δε θα μας επιτρέψουν να φέρουμε πραγματική αλλαγή. Και αυτό το γεγονός απειλεί μόνο εκείνες τις γυναίκες που ακόμη έχουν το σπίτι του αφεντικού ως πηγή στήριξής τους.”

Η συγγραφέας και ακτιβίστρια Audre Lorde έγραψε τα παραπάνω το 1984, περιγράφοντας με μεγάλη σαφήνεια τον τρόπο που οι εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας ανέκαθεν καταπίεζαν κάθε θηλυκότητα. Όσο διατηρούνται αυτές οι εξουσιαστικές δομές, καμία μας δεν είναι ελεύθερη. Άλλωστε, το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό. Η πατριαρχία βρίσκεται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, αφού, μαζί με κάθε υφιστάμενη σχέση δύναμης και εξουσίας, θρέφεται ολοένα και περισσότερο από την τρέχουσα πολιτική και οικονομική κατάσταση. Με τη σειρά της όμως, και η ίδια θρέφει τους εξουσιαστικούς δεσμούς. Γι’ αυτό το λόγο, η άμυνα δεν επαρκεί.

Όπως είπε η Audre Lorde, δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε επιτυχώς κανέναν καταπιεστή χρησιμοποιώντας τα δικά του εργαλεία. Η αλλαγή, η βαθιά και ουσιαστική αλλαγή, αυτή που μπορεί να μας απελευθερώσει, δεν θα έρθει όσο συντηρούνται οι τρέχουσες δομές εξουσίας. Μπορούμε (και οφείλουμε) να παλεύουμε για τις προσωπικές εστίες καταπίεσης, με σκοπό να διεκδικήσουμε την ισότητα, αλλά όσες τέτοιες εστίες και να εξαφανίσουμε, σε ένα σύστημα δομημένο πάνω στην εκμετάλλευση του αδύναμου, νέες εστίες θα ανακύπτουν συνέχεια.

Κάθε κουβέντα, κάθε πράξη αντίστασης έναντι του σεξισμού, της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότητας, οφείλει να αναγνωρίζει το θυμό των καταπιεσμένων, θυμό απέναντι σε μία συστημική περιθωριοποίηση και μία συνεχή, υποχρεωτική υποταγή. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θυμό, γιατί από αυτόν μπορούμε να μάθουμε πολλά, να εντοπίσουμε τα σημεία που μας ενώνουν, τα σημεία που διαφέρει η καταπίεση του καθενός μας, και μέσω αυτού να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη που μπορεί να γεννηθεί αν σπάσουμε τη σιωπή μας. Γιατί τόσο η σιωπή όσο και η διάσπασή μας, μόνο τους καταπιεστές μας ωφελούν.

Ο φόβος μας κρατάει υποταγμένα, μας ωθεί στο να αρκούμαστε σε ατέρμονες συζητήσεις και ανώφελη επανάπαυση, σε μια ελπίδα πως κάποτε, κάποιος θα κάνει κάτι, θα αντιδράσει για μας, πως κάποτε θα αλλάξουν τα πράγματα. Όμως έτσι εσωτερικεύουμε την καταπίεσή μας. Όταν αναγνωρίσουμε μέσα μας την ύπαρξη του θυμού, όσα στοιχεία είναι απέναντι μας, συστημικά και μη, χάνουν τη δύναμή τους.

Τα λόγια της Audre Lorde παραμένουν επίκαιρα. Το ίδιο ισχύει και για την παραίνεσή της στην αναγνώριση των διαφορετικών για το καθένα μας εστιών καταπίεσης, που φαινομενικά μόνο μας χωρίζουν, γιατί στην πραγματικότητα μας δίνουν λόγο να συμπορευτούμε: “Αν δεν αναγνωρίσω κάθε καταπιεσμένη γυναίκα ως άλλα πρόσωπά μου, τότε συνεισφέρω στην καταπίεσή τους, αλλά και στη δική μου… Δεν είμαι ελεύθερη όσο οποιαδήποτε γυναίκα δεν είναι ελεύθερη, ακόμη και αν τα δεσμά της είναι πολύ διαφορετικά από τα δικά μου.Κανένα άτομο δεν είναι ελεύθερο όσο υπάρχουν άλλα που καταπιέζονται, και οτιδήποτε διαφορετικό αποτελεί μία ψευδαίσθηση, μόνος σκοπός της οποίας είναι να μας χωρίσει ακόμη περισσότερο.