Στα γυμνασιακά και λυκειακά μου χρόνια, μια από τις πιο δημοφιλείς φάρσες στο σχολείο ήταν η επικόλληση σερβιετών στον πίνακα της τάξης. Για κάποιο λόγο, για τα περισσότερα παιδιά, η θέαση μιας σερβιέτας στον πίνακα πάντα αποτελούσε ένα ξεκαρδιστικό- και ίσως αηδιαστικό- αστείο εις βάρος του εκάστοτε καθηγητή που θα έμπαινε στην τάξη. Αναλογιζόμενη αυτό και άλλα παρόμοια “αστεία” (όπως τη γέμιση κάποιου προφυλακτικού με νερό και το κυνηγητό με απειλή αυτό το ιδιαίτερο νερομπαλονάκι) σήμερα, διαπιστώνω την έκταση της ανάδειξης οποιουδήποτε στοιχείου συνδέεται έστω και έμμεσα με το σεξ και το σώμα σε κάτι “ταμπού”, τόσο απαγορευμένο που η κάθε αναφορά σε αυτό αρκούσε για να δώσει αυτή την αίσθηση της αταξίας και να προκαλέσει αμήχανα γέλια. Αυτή η επίσημη αποσιώπηση κάθε ζητήματος σεξουαλικότητας από τα σχολεία αναμφισβήτητα οδήγησε πολλά συνομήλικά μου άτομα στο να στρέφονται αγχωμένα και έντρομα σε φίλους, φίλες, σε ταινίες ερωτικού περιεχομένου ή στο διαδίκτυο, όταν πλέον έφτανε η στιγμή να έχουν τις πρώτες τους ερωτικές επαφές. Προς καμία έκπληξη, η ενημέρωση από τέτοιες πηγές αποδείχθηκε στην καλύτερη περίπτωση άστοχη, στη χειρότερη δε ολοκληρωτικά λανθασμένη, καθώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ακριβώς γι’ αυτό, συχνά υπογραμμίζεται από επίσημους φορείς η ανάγκη ένταξης της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία, με διπλό στόχο: αφενός την απενοχοποίηση της εξερεύνησης της έμφυλης και σεξουαλικής ταυτότητας του παιδιού και αφετέρου την εκμάθηση της σωστής σεξουαλικής συμπεριφοράς, αυτής που στοχεύει στο σεβασμό στ@ παρτενέρ και στην απόλαυση του ερωτικού συναισθήματος, το οποίο -ας μη γελιόμαστε- τα περισσότερα νέα άτομα στην Ελλάδα γνωρίζουν από τα 16 έως τα 18 έτη. Απ’ όσο με θυμάμαι, ακούω αυτή την ατέρμονη συζήτηση περί ένταξης της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία. Μάλιστα, σχέδια περί αυτού έχουν ξεκινήσει από το 1998, σχέδια τα οποία παγώνουν και αναζωπυρώνονται τόσο συχνά όσο και η συζήτηση περί αλλαγής του τρόπου ένταξης στην τριτοβάθμια εξέταση.

Πρόσφατα, η συζήτηση αυτή φάνηκε να λαμβάνει ένα φινάλε: επιτέλους δόθηκαν στη δημοσιότητα τα βιβλία σεξουαλικής αγωγής που θα διανείμει τον Σεπτέμβριο το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων στα Λύκεια της χώρας [1]. Πρόοδος, ή μήπως όχι; Ήδη από το εξώφυλλο, κάθε θετική προσδοκία ανατρέπεται, καθώς πρόκειται για βιβλία που γράφτηκαν το 2000, άρα είκοσι χρόνια πριν. Δυστυχώς, και το περιεχόμενο του βιβλίου είναι άκρως αναχρονιστικό και επιστημονικά ξεπερασμένο. Ακόμη χειρότερα όμως, είναι εύκολα διαπιστώσιμη η προσπάθεια προπαγάνδας υπέρ ενός τυποποιημένου προτύπου ετεροκανονικής συμπεριφοράς, όσον αφορά τόσο τον σεξουαλικό και έμφυλο αυτοπροσδιορισμό όσο και την εν γένει σεξουαλική συμπεριφορά.

Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα σταθώ όμως στα πιο χαρακτηριστικά:

  1. Η έμμηνος ρύση

Πουθενά στο εγχειρίδιο δεν αναφέρεται η φυσιολογικότητα της περιόδου [2], ούτε γίνεται κάποια προσπάθεια αποστιγματοποίσής της. Η συνήθεια της μεθόδευσης του τρόπου μεταφοράς της σερβιέτας από τη σχολική τσάντα μέχρι την τουαλέτα, με τρόπο που να μη γίνει αντιληπτή, ώστε κανένας να μη μάθει πως είμαστε “σε εκείνες τις μέρες του μήνα”, καλά κρατεί, χωρίς το εν λόγω εγχειρίδιο να επιχειρεί να την αναχαιτίσει. Ομοίως, πουθενά δεν ασκείται κριτική στα στερεότυπα [3] που θέλουν τις μέρες της περιόδου να μας αναστατώνουν τόσο πολύ ψυχικά και συναισθηματικά ώστε να φερόμαστε αλλοπρόσαλλα.

2.  Η απαρέγκλιτη σύνδεση του σεξ με την αναπαραγωγή ως μόνο σκοπό και η δαιμονοποίηση του σεξ για λόγους ευχαρίστησης

Η στερεοτυπική δικαιολόγηση του σεξ μόνο εφόσον αυτό έχει ως στόχο την αναπαραγωγή διαφαίνεται ήδη από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, όπου αναγράφεται πως “ο οργασμός αποτελεί την αισθησιακή ανταμοιβή του ανθρώπου για τη διαιώνιση του είδους”, φράση αχρείαστα αλληγορική και με έντονη την ανάδειξη της αναπαραγωγής ως το μόνο θεμιτό λόγο απόλαυσης του σεξ. Άλλωστε, λίγες σειρές αργότερα ξεκάθαρα αναφέρεται ως “τελικός σκοπός” της ερωτικής επαφής η γονιμοποίηση του ωαρίου.

Επιπλέον, το βιβλίο δεν χάνει ευκαιρία να μιλήσει για την έννοια “του μέτρου” και “του φυσιολογικού” στη σεξουαλική επιθυμία και πράξη. Χαρακτηριστικά, στη σελίδα 83, ενόσω το βιβλίο αναφέρεται στις παραφιλικές συμπεριφορές, βλέπουμε το ομαδικό σεξ να χαρακτηρίζεται ως “αμφισβητούμενη συμπεριφορά”, με το παράπονο πως “προβάλλεται ως πρότυπο σεξουαλικής ευχαρίστησης”. Παρόλα αυτά, ποτέ το ομαδικό σεξ δεν έχει ενταχθεί στις παραφιλίες, ενώ, αν και δεν είναι ένας τρόπος συνεύρεσης που προτιμάται από όλους τους ανθρώπους, για πολλούς είναι πράγματι μέσο σεξουαλικής ευχαρίστησης [4]. Ξεκάθαρα εδώ αποτυπώνεται ακόμη μια μορφή αφενός δαιμονοποίησης του μη ετεροκανονικού και αφετέρου έμμεσης κριτικής στο σεξ που γίνεται μόνο λόγω απόλαυσης.

Σημειωτέον δε πως στη σελίδα 98 βλέπουμε το εξής παράδοξο: στο κεφάλαιο “Διαταραχές γονιμότητας” και συγκεκριμένα στην παράγραφο “Προφυλάξτε τη γονιμότητά σας”, ως τρόπος προφύλαξης της γονιμότητας προτείνεται η αποφυγή συχνής αλλαγής σεξουαλικού συντρόφου, κάτι που δεν έχει καμία ιατρική βάση, εφόσον δε γίνεται λόγος για την αποφυγή των Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων- ΣΜΝ αλλά για την προφύλαξη της γονιμότητας.

3.  Η μονογαμία και η δέσμευση- γάμος ως μόνη οδός διαβίωσης

Ήδη από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου παρατηρείται μια υπερβολική προσήλωση στην εύρεση του ενός και μοναδικού συντρόφου και στη σχέση που θα διαρκέσει για όλη τη ζωή του ατόμου. Είναι δε αυτονόητο πως λόγος γίνεται αποκλειστικά και μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια. Έχοντας αφιερώσει πάνω από 10 σελίδες σε στατιστικά στοιχεία περί γάμου, διαζυγίων και γεννήσεων, το βιβλίο στη σελίδα 75 ήδη κατευθύνει το παιδί στην επιλογή ενός και μόνο συντρόφου, προβάλλοντας μία επίπλαστη έννοια του “άλλου μισού”, κάτι που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ υπονοεί πως κάθε άλλη επιθυμία πέραν της ισόβιας σοβαρής ερωτικής δέσμευσης είναι κατακριτέα και απορριπτέα.

Αργότερα, στη σελίδα 84, υπάρχει ολόκληρη παράγραφος με τίτλο “Η απομόνωση του σεξ από τη σχέση”, όπου βλέπουμε μία ασυγκράτητη ηθικολογία. Βάσει τ@ συγγραφέα, τα ΜΜΕ ύπουλα προσπαθούν να αποσυνδέσουν το σεξ από τη μόνιμη σχέση και τη συντοφικότητα, με σκοπό να προωθήσουν την εμπορευματοποίηση του σεξ.  Ιδίως δε, το βιβλίο αναφέρει πως η γυναίκα μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωμένα στο σεξ μόνο εφόσον βρίσκεται σε σταθερή σχέση, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απηχεί στερεοτυπικές και αναχρονιστικές αντιλήψεις[5]. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως η τυφλή υποταγή στα ετεροκανονικά στερεότυπα σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου επιδρά αρνητικά στην σεξουαλική ευχαρίστηση, ανεξαρτήτως φύλου, ακριβώς επειδή μειώνει το περιθώριο ευελιξίας και αυτονομίας [6].

Για ακόμη μια φορά, η αυτοδιάθεση του ατόμου, το οποίο μπορεί να προτιμά την ερωτική συνεύρεση χωρίς δέσμευση και να μην επιθυμεί τη σύναψη σχέσης, θεωρείται ανύπαρκτη και μη άξια αναφοράς. Πέραν αυτού, η ηθικολογία του βιβλίου φτάνει στη δαιμονοποίηση ακόμη και του αυνανισμού. Στη σελίδα 153, μαθαίνουμε πως αν δεν αντικατασταθεί πλήρως ο αυνανισμός από το συντροφικό σεξ, το άτομο μάλλον παρουσιάζει κάποιο “ψυχολογικό πρόβλημα”, καθώς “δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει τη συντροφικότητα και να λειτουργήσει ερωτικά”, ενώ παρουσιάζει “έμφυτη δειλία, έλλειψη κοινωνικότητας, εσωστρέφεια και ανασφάλεια”. Φυσικά, ο αυνανισμός είναι μια πράξη άκρως φυσιολογική, η συχνότητα της οποίας δεν εξαρτάται επ’ ουδενί από τη διατήρηση ή μη μόνιμης συντροφικής σχέσης του ατόμου[7]. Κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί καθώς προσδίδει μία αίσθηση άρρηκτης σύνδεσης της ερωτικής διάθεσης του ατόμου με τ@ σύντροφό του, ενισχύοντας τη στερεοτυπική και ετεροκανονική αντίληψη πως η μονογαμική, συντροφική σχέση είναι η μόνη ορθή επιλογή.

4.  Η στερεοτυπική απόδοση της ευχαρίστησης των γυναικών από τη σεξουαλική επαφή

Το βιβλίο βρίθει στερεοτύπων όσων αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά των γυναικών. Εξαρχής αναφέρεται πως, σε αντίθεση με τους άντρες, “Οι πρώτες ερωτικές επαφές είναι συνήθως για τη γυναίκα χωρίς οργασμό. Η οργασμική ικανότητα έρχεται με την απόκτηση εμπειρίας, παρεμβαίνει δηλαδή ο μαθησιακός παράγοντας”. Και μόνο αν αναλογιστούμε πως ο αυνανισμός καταλήγει στον οργασμό τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκας, σε συνδυασμό με το ότι ο οργασμός στη γυναίκα μπορεί να επιτευχθεί είτε κολπικά είτε κλειτοριδικά, χωρίς διείσδυση, καταλαβαίνουμε ότι η παραπάνω φράση δεν ευσταθεί [8].

Βλέπουμε ακόμη, στη σελίδα 82, να γίνεται λόγος για τα στερεότυπα στο σεξ, ο οποίος όμως περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο μύθο περί μεγέθους του πέους, χωρίς καμία αναφορά στα αμέτρητα στερεότυπα που αφορούν τη γυναικεία σεξουαλικότητα [9], όπως την αντίδραση της γυναίκας κατά τον οργασμό.

Δε θα μπορούσε να μην τονιστεί η αναφορά της σελίδας 146 στον γυναικείο οργασμό. Εδώ βλέπουμε για ακόμη μια φορά να θεωρείται πως ο γυναικείος οργασμός είναι που “δεν είναι τόσο αυτονόητο” όσο ο ανδρικός οργασμός, μια λειτουργία που “μαθαίνεται”, κάτι που, κατά την άποψη της συγγραφικής ομάδας, μπορεί να γίνει μόνο μέσω της μόνιμης σχέσης της γυναίκας με έναν (φυσικά άντρα) παρτενέρ που θα της εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Φυσικά, αυτό δεν ευσταθεί, καθώς, πέραν του κολπικού οργασμού, υπάρχει και ο κλειτοριδικός οργασμός, τον οποίο μάλιστα βιώνουν συχνότερα από τον κολπικό οι περισσότερες γυναίκες [10]. Γνωρίζουμε πως πολλές γυναίκες δεν φτάνουν σε οργασμό κατά την ερωτική επαφή με διείσδυση ακριβώς λόγω της δυσκολίας της επίτευξης του κολπικού οργασμού. Από την άλλη, δεν δυσκολεύονται το ίδιο να έρθουν σε οργασμό στο στοματικό σεξ και στον αυνανισμό[11]. Συνεπώς, ο γυναικείος οργασμός είναι εξίσου αυτονόητος με τον ανδρικό, ενώ πρόβλημα υφίσταται μόνο όταν ο εκάστοτε παρτενέρ δεν γνωρίζει βασικά στοιχεία για τη γυναικεία σεξουαλικότητα ή δεν ακούει τις υποδείξεις της γυναίκας κατά τη σεξουαλική επαφή [12]. Τέλος, η άποψη ότι η γυναίκα μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωμένα σεξουαλικά μόνο όταν βρίσκεται σε μία μόνιμη σχέση και υπάρχει το συναισθηματικό στοιχείο ανάμεσα σε εκείνη και το άλλο άτομο, διαιωνίζει στερεότυπα και θέτει ευθέως σε διάσταση την ανδρική και τη γυναικεία λίμπιντο, χωρίς να έχει καμία ρεαλιστική ή επιστημονική βάση.

5.  Η παραπληροφόρηση για την τεχνητή διακοπή της κύησης

Η τεχνητή διακοπή της κύησης, ένα βασικό δικαίωμα που μπόρεσε να κατακτήσει ο φεμινισμός μετά από μεγάλο αγώνα, στο εν λόγω βιβλίο παρουσιάζεται ως κάτι που μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει για μια γυναίκα. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 99 ρητά αναγράφεται πως “η έκτρωση αποτελεί πάντα θανάσιμο κίνδυνο για τη γονιμότητα, όσο καλά και αν γίνεται”, μύθος που επιστημονικά έχει καταρριφθεί εδώ και δεκαετίες [13]. Συνεπώς, αυτή η ηθικολογία είναι αν μη τι άλλο περιττή, σίγουρα δε επιστημονικά αστήρικτη, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών ιατρικών λαθών η τεχνητή διακοπή της κύησης μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα.

Το βιβλίο συνεχίζει να “τρομοκρατεί” όσον αφορά τα αποτελέσματα της τεχνητής διακοπής της κύησης. Στη σελίδα 111, όπου και αναφέρει πόσο “αρνητικές” είναι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας απόφασης στην υγεία και την ψυχολογία της γυναίκας. Τονίζει δε ότι επιπτώσεις είναι διαπιστώνονται και σε επίπεδο οικονομικό (αν και ο τοκετός κοστίζει από μόνος του πολύ παραπάνω απ’ όσο η άμβλωση, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με την ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της κύησης) αλλά και “μορφωτικό” (;), κάτι που δεν εξειδικεύεται ή αναλύεται στο κείμενο, αφήνοντάς μας να αναρωτηθούμε τι επίπτωση μπορεί άραγε να έχει η τεχνητή διακοπή της κύησης στο επίπεδο της μόρφωσης της κυοφορούσας. Φυσικά δε γίνεται λόγος για τις κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια ανεπιθύμητη κύηση για τη γυναίκα [13], ούτε για το ότι αυτή εν τέλει έχει δικαίωμα να καθορίζει αν και πότε θα τεκνοποιήσει, εφόσον πρόκειται για το δικό της σώμα.

Όσον αφορά συγκεκριμένα το υποκεφάλαιο με τίτλο “Η τεχνητή διακοπή της κύησης”, βλέπουμε να παρέχεται για ακόμη μια φορά ελλιπής ενημέρωση, εδώ όσον αφορά τα χρονικά όρια της νομικά επιτρεπτής τεχνητής διακοπής της κύησης. Στο βιβλίο αναγράφεται μόνο το γενικό όριο των 12 εβδομάδων, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 304 του Ποινικού Κώδικα [14], δεν έχουν όμως αναγραφεί τα χρονικά όρια σχετικά με την κύηση που προήλθε από βιασμό ή αιμομιξία και την κύηση η οποία αναμένεται να προκαλέσει προβλήματα ψυχικής ή σωματικής υγείας στην έγκυο ή στο νεογνό που θα γεννηθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, τα χρονικά όρια επεκτείνονται, κάτι που παρέλειψε να αναφέρει η συγγραφική ομάδα του βιβλίου.

6.  Η παρωχημένη ανάλυση των ζητημάτων της έμφυλης ταυτότητας, που θέτει αόρατα τα μη δυαδικά άτομα και στοχοποιεί τα διεμφυλικά άτομα

Σε ολόκληρο το βιβλίο συχνά γίνονται αναφορές στα “δύο” φύλα, με σαφή προσπάθεια διατήρησης και διαιώνισης του έμφυλου διπόλου, χωρίς να δίνει περιθώριο για κάποιο γόνιμο διάλογο σχετικά με την ταυτότητα φύλου. Ακόμη, σε πολλά σημεία παρουσιάζονται ανακρίβειες, όπως αυτή των σελίδων 165-166, όπου παρουσιάζεται μια στερεοτυπική αντίληψη της ψυχολογίας και συμπεριφοράς των διεμφυλικών ατόμων, ενώ αναγράφεται πως “ο τρανσεξουαλικός έχει την πεποίθηση ότι ανήκει στο άλλο φύλο, και με την έννοια αυτή δε θεωρεί τον εαυτό του ομοφυλόφιλο”. Πέραν της επιμονής στο έμφυλο δίπολο και της χρήσης της λέξης “πεποίθηση” (η οποία υποβαθμίζει το τρανς βίωμα, εφόσον δε μιλάμε για κάποια αυθαίρετη πεποίθηση αλλά για αίσθηση της έμφυλης ταυτότητας [15]), βλέπουμε να συγχέεται η έννοια της σεξουαλικής προτίμησης και του έμφυλου αυτοπροσδιορισμού, καθώς στην πραγματικότητα μπορεί ένα διεμφυλικό άτομο να έχει οποιαδήποτε σεξουαλική προτίμηση, άρα και να είναι ομοφυλόφιλο, αν έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου με αυτό με το οποίο αυτοπροσδιορίζεται.

Η περιφρόνηση της διεμφυλικότητας είναι πάντως εμφανής και μόνο από την επιφανειακή ανάλυσή της στο κεφάλαιο των “σεξουαλικών παρεκκλίσεων” (παρόλο που η διελμφυλικότητα δεν αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά ούτε θεωρείται επιστημονικά παρέκκλιση ), όπου και αναφέρεται ως διαταραχή, παρόλο που δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια από την επιστημονική κοινότητα [16].

Ιδιαίτερα στοχοποιητικό λόγο σε βάρος των τρανς ατόμων βλέπουμε στη σελίδα 83, στην παράγραφο με τίτλο “Η αυθαίρετη ενσωμάτωση παραφιλικών συμπεριφορών”. Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, σήμερα “επιχειρείται μία απότομη και άρα αυθαίρετη προσπάθεια να ενσωματωθούν στην υγιή σεξουαλικότητα συμπεριφορές που πρόσφατα δεν περιέχονταν σ’ αυτή”, κάνοντας γνωστό στη συνέχεια πως μιλάει συγκεκριμένα για τη διεμφυλικότητα, την οποία χαρακτηρίζει με τους αναχρονιστικούς και προσβλητικούς όρους “τρανσβεστισμός” και “τρανσεξουαλισμός” την οποία μάλιστα βλέπει να παρουσιάζεται ως “ενδιαφέρουσα σεξουαλική συμπεριφορά” και “μέσο κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης”.

Ας γίνουν εδώ οι εξής επισημάνσεις: αρχικά η διεμφυλικότητα δεν θεωρείται παραφιλία από την ιατρική επιστήμη. Μάλιστα, δεν θεωρείται καν παθολογικό φαινόμενο [17]. Αυτό που ενδιαφέρει ιατρικά, και συγκεκριμένα ψυχιατρικά, είναι η δυσφορία/ασυμφωνία φύλου, ήτοι η επίπονη ψυχική κατάσταση που μπορεί να παρουσιάσει το διεμφυλικό άτομο λόγω της διάστασης του κοινωνικού και του βιολογικού του φύλου και της περιθωριοποίησης από την κοινωνία [18]. Πέραν αυτού, η κάθε αναφορά στη διεμφυλικότητα ως σεξουαλική συμπεριφορά είναι ολότελα λανθασμένη, καθώς πρόκειται για ζήτημα της έμφυλης ταυτότητας και όχι της σεξουαλικότητας. Θα περίμενε κανείς να μη συγχέει τις έννοιες της σεξουαλικότητας και του έμφυλου αυτοπροσδιορισμού @ συγγραφέας που ανέλαβε, λόγω των γνώσεων που έχει, να γράψει ένα εγχειρίδιο σεξουαλικής αγωγής. Τέλος, σε μία κοινωνία στην οποία τα τρανς άτομα διαρκώς διώχνονται στο περιθώριο και χλευάζονται, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην εύρεση οικίας, εργασίας και στην εν γένει κοινωνικοποίηση,  αποτελεί απορίας άξιον πού και πότε προβάλλεται η διεμφυλικότητα ως ενδιαφέρουσα και ιδίως ως “μέσο κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης”.  Αυτονόητο δε είναι πως δεν γίνεται πουθενά λόγος για τις non-binary ταυτότητες, οι οποίες παραμένουν αόρατες, ακριβώς όπως και στην ελληνική κοινωνία.

7.  Η έμμεση περιθωριοποίηση κάθε σεξουαλικής προτίμησης πλην της ετεροφυλοφιλίας

Όπως προαναφέρθηκε, κάθε αναφορά του βιβλίου στην ερωτική προσέγγιση και επαφή γίνεται σε σχέση με στρειτ άτομα. Κάθε εικόνα του βιβλίου προβάλλει ετεροφυλόφιλα άτομα, ενώ οποιοδήποτε δεδομένο υπάρχει στο βιβλίο αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της ετεροφυλοφιλίας. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα παραμένουν αόρατα μέχρι τη σελίδα 167, όπου γίνεται λόγος μόνο για την ομοφυλοφιλία και την αμφιφυλοφιλία, παραβλέποντας τις υπόλοιπες κατηγορίες σεξουαλικών προτιμήσεων. Και ενώ το παραπάνω δεν εκπλήσσει κανένα μας, σίγουρα αναπάντεχη είναι η αναπαραγωγή προβληματικών θεωριών για την προέλευση της ομοφυλοφιλίας, που έχουν καταρριφθεί εδώ και πολλά χρόνια από την επιστήμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι θεωρίες που ήθελαν το άτομο να παρουσιάζει έλξη από το ίδιο φύλο λόγω άσχημων οικογενειακών σχέσεων ή προηγούμενων αποτυχημένων ερωτικών εμπειριών με το αντίθετο φύλο [19]. Τέλος, βλέπουμε στο τέλος του εν λόγω κεφαλαίου, και αφού έχει αναλυθεί το ότι η ομοφυλοφιλία δεν οφείλεται σε κάποια επιλογή του ατόμου, τη φράση “Αυτό που μπορεί ίσως να είναι επιλογή του ομοφυλόφιλου είναι η ανοιχτή ή όχι εκδήλωση αυτής της επιθυμίας και σε ποιες περιοχές της ζωής του”. Πρόκειται για μία έμμεση στοχοποίηση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων που “προκαλούν”, που με άλλα λόγια δεν κρύβουν την ταυτότητά τους, αλλά την εκφράζουν ελεύθερα. Άραγε θα λεγόταν ποτέ η ίδια φράση για τα στρειτ άτομα; Θα υπήρχε ποτέ αυτή η λογική του “να κάνουν ό,τι θέλουν στο κρεβάτι τους, αλλά να μην το δείχνουν παραέξω” σχετικά με την ετεροφυλοφιλία, η οποία μάλιστα να εκφράζεται και σε επίσημα διδακτικά εγχειρίδια;

Πάντως ούτε τα ασέξουαλ άτομα γλίτωσαν της στοχοποίησης, καθώς ρητά αναγράφεται στη σελίδα 80 του βιβλίου πως κάθε ρυθμός σεξουαλικής επαφής είναι φυσιολογικός, αρκεί να υπάρχει συναίνεση και ο αριθμός επαφών “να μην είναι μηδενικός”. Παρόλα αυτά, πολλά ασέξουαλ άτομα βρίσκονται σε σταθερές σχέσεις στις οποίες δεν υπάρχει σεξουαλική επαφή, ακριβώς επειδή δεν την επιθυμούν [20].

8.  Η διαιώνιση των “ταμπού” και η υπεκφυγή της ουσίας

Θα περίμενε κανείς πως σε ένα βιβλίο σεξουαλικής αγωγής που προορίζεται για παιδιά 16- 18 ετών θα περιέγραφε πώς πρέπει να γίνει η ερωτική επαφή ώστε να την ευχαριστηθούν όλα τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτή. Με άλλα λόγια, το μόνο που αναγράφεται για τον οργασμό στο βιβλίο είναι η φράση “ο οργασμός αποτελεί την αισθησιακή ανταμοιβή του ανθρώπου για τη διαιώνιση του είδους”, χωρίς να γίνεται πουθενά περιγραφή του τρόπου που επιτυγχάνεται αυτή η αισθησιακή ανταμοιβή. Έτσι, για ακόμα μία φορά διαιωνίζονται λανθασμένες αντιλήψεις ιδίως για την ικανοποίηση των γυναικών. Πουθενά δεν αναφέρεται η λειτουργία της κλειτορίδας, ούτε το ότι ο κλειτοριδικός οργασμός επιτυγχάνεται πολύ πιο εύκολα σε σχέση με τον οργασμό μέσω διείσδυσης, πόσο μάλλον το ότι το περίφημο σημείο G είναι στην ουσία οι νευρικές απολήξεις της κλειτορίδας από το εσωτερικό του αιδοίου. Ας διευκρινιστεί εδώ πως αυτές οι γνώσεις δεν είναι κάτι το σοκαριστικό, εφόσον στα τελευταία σχολικά χρόνια, η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών έχει ακούσει όρους όπως “σημείο G”, “διέγερση” και “κλειτορίδα”, ενώ έχει ήδη μια κάποια ενημέρωση για το σεξ από φιλικά πρόσωπα ή από έργα πονογραφικού περιεχομένου [21].

Όσον αφορά την πορνογραφία, τη βλέπουμε ως ένα ακόμη “ταμπού” που το βιβλίο δαιμονοποιεί, παρόλο που οι ερωτικές ταινίες, εφόσον φυσικά δεν είναι υποβιβαστικές για το γυναικείο φύλο και δεν προβάλλουν στερεοτυπικά τη γυναικεία σεξουαλικότητα, επιφέρουν θετικά αποτελέσματα στην ερωτική ζωή του ατόμου [22]. Ταυτόχρονα, προβαίνει και σε ρητορική slut shaming, καθώς κατακρίνει έντονα στη σελίδα 81, τη σημερινή μόδα που “αργά και σταδιακά αλλά σταθερά γδύνει το γυναικείο κορμί… υποσχόμενη ερωτική πρόκληση”, συνδέοντας το γυμνό δέρμα με την προκλητικότητα. Σταθερό στη ρητορική του, το βιβλίο παραβλέπει ξανά την αυτονομία του ατόμου, που μπορεί ελεύθερα να αποφασίζει αν, πότε και υπό ποιους όρους θα γδύσει ή θα ντύσει το σώμα του, έχοντας το δικαίωμα να απαιτήσει να μην αποτελέσει το γυμνό δέρμα κάποια ερωτική πρόσκληση.

Η σεξουαλική αγωγή που χρειάζεται κάθε άτομο στην εφηβική του ηλικία δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από ταμπού και προσπάθειες περιθωριοποίησης οτιδήποτε μη ετεροκανονικού. Εν έτει 2021, η σεξουαλικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι απαγορευμένο, κάτι που πρέπει να ειδωθεί μέσα από την κλειδαρότρυπα, αλλα να αναλύεται και να συζητιέται ανοιχτά, με σεβασμό απέναντι στη μοναδικότητα του καθενός.Είναι καιρός να μιλήσουμε χωρίς υπεκφυγές για το σεξ στα νέα άτομα που βρίσκονται στην ηλικία που αισθάνονται την ερωτική έλξη, ώστε να μπορέσουν από μόνα τους να διαπιστώσουν την αναλήθεια σε πολλούς μύθους που έχουν επικρατήσει σχετικά με το βίωμα της σεξουαλικής επαφής, ιδίως όσον αφορά τις γυναίκες και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Μόνο έτσι οι έννοιες του οργασμού, της περιόδου, του σεξ με άτομα του ίδιου φύλου, της πολυγαμίας, θα πάψουν πλέον να προκαλούν αμήχανα γέλια και χλευασμούς, διαστρεβλώνοντας ακόμα περισσότερο τις απόψεις των νέων για το σεξ και οδηγώντας σε σεξιστικά, ομοφοβικά και τρανσφοβικά μονοπάτια.

Πηγές:

  1. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Διεύθυνση Σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Γραφείο Αγωγής Υγείας, Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ, Σεξουαλική Αγωγή Διαφυλικές Σχέσεις, Ηλικία 15-18 ετών, Βιβλίο μαθητή/τριας, 2000. (Ελληνικό Σεξολογικό Ινστιτούτο) http://iep.edu.gr/images/IEP/skill-labs/sex%20education/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7/8_%CE%91%CE%93%CE%A9%CE%93%CE%97_%CE%A5%CE%93%CE%95%CE%99%CE%91%CE%A3.pdf
  2. Erchull MJ. “You Will Find Out When the Time Is Right”: Boys, Men, and Menstruation. The Palgrave Handbook of Critical Menstruation Studies. 2020:395-407.
  3. Goldblatt B, Steele L. Bloody unfair: Inequality related to menstruation-considering the role of discrimination law. Sydney L. Rev.. 2019;41:293., Widiss DA. Menstruation Discrimination and the Problem of Shadow Precedents. Columbia Journal of Gender and the Law, Forthcoming, Indiana Legal Studies Research Paper. 2021(436).
  4. Castleman M.A. M. “Unconventional” Sex Is Actually Pretty Common [Internet]. Psychology Today. 2018 [cited 2021 Apr 1]. https://www.psychologytoday.com/us/blog/all-about-sex/201810/unconventional-sex-is-actually-pretty-common
  5. Crawford M, Popp D. Sexual double standards: A review and methodological critique of two decades of research. Journal of Sex Research. 2003 Feb;40(1):13–26.
  6. Sanchez DT, Crocker J, Boike KR. Doing Gender in the Bedroom: Investing in Gender Norms and the Sexual Experience. Personality and Social Psychology Bulletin. 2005 Oct;31(10):1445–55.
  7. Coleman E. Masturbation as a Means of Achieving Sexual Health. Journal of Psychology & Human Sexuality. 2003 Jan 23;14(2-3):5–16., Hurlbert DF, Whittaker KE. The Role of Masturbation in Marital and Sexual Satisfaction: A Comparative Study of Female Masturbators and Nonmasturbators. Journal of Sex Education and Therapy. 1991 Dec;17(4):272–82.
  8. ό.π.
  9. Séguin LJ, Rodrigue C, Lavigne J. Consuming ecstasy: Representations of male and female orgasm in mainstream pornography. The Journal of Sex Research. 2018 Mar 24;55(3):348-56., Lehmiller JJ. Controversial Issues in Human Sexuality Research. European Psychologist. 2017 Jan;22(1):1–4.
  10. Mintz LB. Becoming cliterate: Why orgasm equality matters--and how to get it. New York, NY: HarperOne; 2017 May 9.
  11. Mahar EA, Mintz LB, Akers BM. Orgasm equality: Scientific findings and societal implications. Current Sexual Health Reports. 2020 Mar;12(1):24-32.
  12. Pearson D. “My G-spot is Not a Myth!”: Unpacking the (Controversial) Vaginal Orgasm Debate in Recent Medical Journals. Editors-in-Chief Erica Miller Managing Editors Sydney Stone.:21.
  13. Lévesque S, Rousseau C, Dumerchat M. Influence of the relational context on reproductive coercion and the associated consequences. Violence against women. 2020 May 29:1077801220917454.
  14. Άρθρο 304Α του Ποινικού Κώδικα
  15. Hyde JS, Bigler RS, Joel D, Tate CC, van Anders SM. The future of sex and gender in psychology: Five challenges to the gender binary. American Psychologist. 2019 Feb;74(2):171.
  16. Ashley F. The misuse of gender dysphoria: Toward greater conceptual clarity in transgender health. Perspectives on Psychological Science. 2019 Nov 20:1745691619872987., Davies RD, Davies ME. The (Slow) Depathologizing of Gender Incongruence. The Journal of nervous and mental disease. 2020 Feb 1;208(2):152-4.
  17. Rodríguez MF, Granda MM, González V. Gender incongruence is no longer a mental disorder. Journal of Mental Health & Clinical Psychology. 2018 Sep 18;2(5).
  18. Davy Z, Toze M. What is gender dysphoria? A critical systematic narrative review. Transgender health. 2018 Nov 1;3(1):159-69.
  19. Bailey JM, Vasey PL, Diamond LM, Breedlove SM, Vilain E, Epprecht M. Sexual Orientation, Controversy, and Science. Psychological Science in the Public Interest. 2016 Apr 25;17(2):45–101.
  20. Brotto LA, Yule M. Asexuality: Sexual orientation, paraphilia, sexual dysfunction, or none of the above?. Archives of Sexual Behavior. 2017 Apr 1;46(3):619-27.
  21. Frieh EC, Smith SH. Lines of flight in sex education: Adolescents’ strategies of resistance to adult stereotypes of teen sexuality. Sexualities. 2018 Feb;21(1-2):174-93., Bodnar K, Tornello SL. Does sex education help everyone?: Sex education exposure and timing as predictors of sexual health among lesbian, bisexual, and heterosexual young women. Journal of Educational and Psychological Consultation. 2019 Jan 2;29(1):8-26.
  22. French IM, Hamilton LD. Male-centric and female-centric pornography consumption: Relationship with sex life and attitudes in young adults. Journal of sex & marital therapy. 2018 Jan 2;44(1):73-86.