Ενώ τα περιοριστικά μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης εις βάρων των ελευθεριών των πολιτών της χώρας γίνονται ολοένα και πιο σκληρά με πρόφαση την πανδημία, η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την υπέρμετρη και απολυταρχική βία των αστυνομικού σώματος κατά των πολιτών που οφείλει να προστατεύει. Κόσμος που προσπαθεί κραυγαλέα να αντισταθεί στον ευτελισμό και την ολιγαρχική συμπεριφορά της κυβέρνησης, μετατρέπεται σε σάκο του μποξ για τους αστυνομικούς, το εκτελεστικό σώμα της ελληνικής κυβέρνησης των αρίστων. Οι τραυματίες πολλοί, με το οπτικοακουστικό υλικό που κάνει το γύρο του διαδικτύου να απαθανατίζει τις πρακτικές λεκτικού και σωματικού τραμπουκισμού του αστυνομικού σώματος εις βάρος των διαδηλωτών. Κύμα αντιδράσεων κατά της αστυνομικής βίας προκάλεσε αυτή η σειρά των κατ’ εξακολούθηση «μεμονωμένων περιστατικών» του εκτελεστικού σώματος.

Η κυβέρνηση αποσιωπά και αποκρύπτει το συμβάντα αυτά από του πολίτες καθώς οι ειδήσεις των ΜΜΕ περνούν πρώτα από το προπαγανδιστικό γαλάζιο φίλτρο, «χρωματίζοντας» οτιδήποτε κόκκινο ως εχθρό της δημόσιας τάξης και – με τα σημερινά δεδομένα – της δημόσιας υγείας. Την διακοπή αυτής της σιωπής προκάλεσε ο τραυματισμός ενός αστυνομικού, γεγονός που έδωσε στην κυβέρνηση την ευκαιρία να πάρει θέση για τα αμέτρητα περιστατικά βίας τον τελευταίο καιρό. Από το ξαφνικό διάγγελμά του πρωθυπουργού όμως στις 9 Μαρτίου κάτι λείπει. Ο κ. Μητσοτάκης, ενώ αναφέρθηκε σε «θλιβερές εικόνες βίας» με αφορμή τον τραυματισμό του αστυνομικού στη Νέα Σμύρνη, απέφυγε να καταδικάσει τη βίαιη συμπεριφορά του ίδιου του αστυνομικού σώματος κατά των διαδηλωτών. Κατηγόρησε όμως απειλητικά «κάποιους» που «αγνόησαν τις προειδοποιήσεις [της κυβέρνησης]» και στον επίλογό του ανακοίνωσε ότι «δεν θα επιτρέψ[ει] σε κανέναν να μας διχάσει».

Η αλήθεια είναι όμως ότι η κυβέρνηση προσπαθεί ενεργά να σπείρει τη διχόνοια και την πόλωση ανάμεσα στον λαό της. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» είναι έτσι κι αλλιώς βαθιά ριζωμένη στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, ειδικά μετά την μεταπολίτευση. Η κυβέρνηση απειλώντας αυτούς που «αγνόησαν τις προειδοποιήσεις της», ακολουθεί την στρατηγική της έντασης που έχουν εφαρμόσει απολυταρχικά καθεστώτα ανά καιρούς, ώστε να εκμεταλλευτούν την αντίδραση του κόσμου και να τους κυνηγήσουν.

Μήπως μας θυμίζει κάτι αυτό; Μπορεί πολλά άτομα να εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς το αστυνομικό σώμα, όμως ξαφνικά με την είδηση του τραυματία αστυνομικού πολλοί αποκαλύπτουν μια πιο μετριοπαθή στάση απέναντι στα γεγονότα. «Είμαι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «χάνουν το δίκιο τους οι διαδηλωτές με αυτές τις πράξεις» και κυρίως «ο αστυνομικός είναι κι αυτός άνθρωπος». Αυτή η μερίδα του πληθυσμού που αναπαράγει αυτές τις απόψεις, μιλάει για μίσος του αγανακτισμένου προς της αστυνομίας λαού που διψάει για βία η οποία δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά σε περισσότερη αιματοχυσία.

Και το καυτό ερώτημα της ημέρας είναι το εξής: Τελικά καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται; Το ερώτημα δεν είναι τόσο απλό και μονοδιάστατο όσο ακούγεται και χρειάζεται περαιτέρω σκέψη για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα της άποψης αυτής. Σαν ισχυρισμός και νοοτροπία, το να καταδικάζουμε τη βία και από τις δύο πλευρές και να αναφερόμαστε σε ίσες αποστάσεις ή δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος είναι μια απογοητευτικά μετριοπαθής και «απολιτίκ»  στάση που προδίδει την προνομιακή  – αν όχι και τη δειλή –  θέση του ατόμου.

Εννοείται πως η βία και η αναπαραγωγή της κουλτούρας αυτής δεν οφείλεται να υπάρχει στην κοινωνία βάσει του ήθους και της αγωγής. Τότε γιατί ο λαός καταφεύγει στη λύση αυτή; Η βία του κόσμου αποτελεί αντίδραση και έκφραση αγανακτισμού έναντι της πολιτικής της κυβέρνησης και των εκτελεστικών οργάνων της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κόσμος είναι αγανακτισμένος με την κακή διαχείριση της πανδημίας, με την επιβολή αστυνομίας στον πανεπιστημιακό χώρο και με την καταπάτηση συνταγματικών δικαιωμάτων (όπως στην περίπτωση του Κουφοντίνα). Ο κρατικός μηχανισμός απαντάει με εκφοβισμό και ξυλοδαρμούς σε διαδηλωτές οι οποίοι απαντούν με βία στην εν λόγω απρόκλητη βία με την ευλογία της ίδιας της κυβέρνησης που θυμίζουν πρακτικές περιόδου χούντας. Πρόκειται λοιπόν για συνεχή απόπειρα επιβολής της σιωπής η οποία έρχεται αντιμέτωπη με την προσπάθεια ενίσχυσης της φωνής του λαού.

Μιλώντας για χούντα, υπάρχουν άπειρες περιστάσεις στο παρελθόν όπου η βία, σε αντίθεση με την ειρήνη, έχει αποτελέσει κινητήρια δύναμη στην έκβαση της ιστορίας. Οι βίαιες εξεγέρσεις κινούν και αλλάζουν τα δεδομένα της ιστορίας, με τον αγανακτισμένο λαό να αντιστέκεται και να επαναστατεί ενάντια στην τυραννία των κυβερνώντων. Σε δύο εβδομάδες θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, όπου οι Έλληνες αποφάσισαν να αψηφήσουν τον τουρκικό ζυγό και για αυτό το θαρραλέο κίνημα γράφουν ιστορία. Η κυβέρνηση έχει εδώ και καιρό οργανώσει εκδηλώσεις ως φόρο τιμής στους ανθρώπους που πάλεψαν για την απελευθέρωση της χώρας. Όμως για να απελευθερωθεί η χώρα, οι επαναστάτες αποτέλεσαν κίνδυνο για τη δημόσια αρχή της περιόδου ασκώντας βία – που θεωρείται κατακριτέα με την λογική των ίσων άκρων.

Επίσης η προαναφερθείσα στάση αποδεικνύει την προνομιακή απόσταση που έχουν τα άτομα που καταδικάζουν τη βία αυτή. Τόσο καιρό η βία κατά των «αριστερών, αναρχικών, αντιεξουσιαστών, κτλ» περιοριζόταν σε νεαρούς στα Εξάρχεια ως αποδιοπομπαίος τράγος. Τα ΜΜΕ με το κύμα τρομολαγνείας τους έχουν δαιμονοποιήσει οτιδήποτε περιστατικό αφορά την περιοχή. Έχουμε μάθει να φοβόμαστε τις λέξεις αυτές που φτάνουμε σε σημείο να θεωρούμε αναγκαία τη σωματική τιμωρία μόνο και μόνο για την ίδια τους την ύπαρξη. Αφού τους αναγνωρίζουμε ως «κόκκινους» είναι αυτονόητο ότι πρέπει να τους ξυλοκοπήσουμε.

Όμως σιγά σιγά η αστυνομική βία εξαπλώνεται εκτός των συνόρων της πλατείας Εξαρχείων, αν λάβουμε υπόψη τις επιθέσεις σε κατοίκους της Λέσβου και της Χίου πέρσι και το περιστατικό πριν λίγες μέρες στην πλατεία Νέας Σμύρνης. Αυτός λοιπόν είναι ο κίνδυνος της υπέρμετρης κατάχρησης της αστυνομικής δύναμης. Σειρά θα έχει κάθε άτομο που θα έχει αντίρρηση με το status quo και δυστυχώς δεν πρόκειται για σενάριο ουργουελιανής δυστοπίας. Μια μικρή ιδέα αυτού του – ίσως και όχι τόσο μακρινού –  μέλλοντος πήραμε από την επιχείρηση της αστυνομίας που θεώρησε αναγκαίο ότι χρειάζονταν ελικόπτερο για μια ειρηνική κατάληψη φοιτητών και καθηγητών στην Πρυτανεία του ΑΠΘ.

Είμαστε μαζί με τους διαδηλωτές που βρίσκονται στο δρόμο και εκφράζουν την αγανάκτησή τους με το αστυνομικό καθεστώς και την τρομοκρατική συμπεριφορά της κυβέρνησης και εκφράζουμε συμπαράσταση στα άτομα που έπεσαν θύματα της σαδιστικής βιαιοπραγίας των εκτελεστικών (και ταυτόχρονα δικαστικών) οργάνων. Καλούμε επίσης περισσότερο κόσμο να αφυπνηστεί και να αναγνωρίσει τους αληθινούς εχθρούς της δημοκρατίας και της δημόσιας τάξης στηρίζοντας αυτούς που πραγματικά θέλουν το καλό της κοινωνίας μας.